Αντεπίθεση της Άγκυρας απέναντι στην επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης

Ραγκίπ Ντουράν

 

Ηεπαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης τον ερχόμενο Σεπτέμβριο προκάλεσε μια «αντεπίθεση» από την Άγκυρα: Η Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων (Diyanet) ανακοίνωσε ότι θα ανεγερθεί ένα Κέντρο Ισλαμικής Εκπαίδευσης σε έκταση 200.000 τ.μ. κοντά στη Σχολή, στο νησί της Χάλκης (Heybeliada στα τουρκικά), ένα από τα Πριγκηπονήσια περίπου μία ώρα με το πλοίο (περίπου 20 χλμ.) από τις ακτές της Κωνσταντινούπολης.

 

Η Σχολή υπήρξε για πολύ καιρό αντικείμενο σύγκρουσης μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, όπως είναι η επίσημη ονομασία του, και της τουρκικής κυβέρνησης.

 

Η Θεολογική Σχολή της Χάλκης ιδρύθηκε το 1844 στον χώρο της Μονής της Αγίας Τριάδας, η οποία είχε χτιστεί τον 9ο αιώνα. Η Σχολή αναγκάστηκε να διακόψει τη λειτουργία της για πέντε χρόνια κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1971 η Άγκυρα επέβαλε νέο καθεστώς στη Σχολή, σύμφωνα με το οποίο έπρεπε να λειτουργεί ως Σχολή ενταγμένη σε πανεπιστήμιο.

 

Η πρόταση αυτή απορρίφθηκε από το Πατριαρχείο, διότι η Σχολή θα έχανε την ανεξαρτησία και την θεσμική της ελευθερία. «Δεν μπορεί να διοριστεί μουσουλμάνος κοσμήτορας στη Σχολή, ούτε μπορούν μουσουλμάνοι φοιτητές να γίνουν δεκτοί σε μια ορθόδοξη θρησκευτική σχολή», είχε δηλώσει ο Αρχιεπίσκοπος Βαρθολομαίος. Η Σχολή δεν είχε κλείσει επίσημα, αλλά δεν μπορούσε πλέον να δέχεται φοιτητές. Έτσι, στη διάρκεια των 181 χρόνων της ιστορίας της, η Σχολή δεν κατάφερε να λειτουργήσει για 59 χρόνια συνολικά.

 

«Έχουμε γίνει μια σταγόνα στον ωκεανό», έλεγε ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος περιγράφοντας τον σημερινό ελληνορθόδοξο πληθυσμό της Τουρκίας. «Είμαστε η μόνη εκκλησία στον κόσμο που δεν έχει Θεολογική Σχολή. Και ποιος λοιπόν θα διδάξει τους μελλοντικούς ιερείς για όλες τις ορθόδοξες εκκλησίες του κόσμου;» παραπονιόταν.

 

Ακόμη και σήμερα, το Πατριαρχείο οργανώνει πολιτιστικές εκδηλώσεις, συνέδρια και η μεγάλη βιβλιοθήκη του παραμένει ανοικτή σε ειδικούς που διαθέτουν άδεια.

 

Οι Πατριάρχες, καθώς και η Ελλάδα και η πλειονότητα των δυτικών χωρών, με επικεφαλής την Ουάσιγκτον, ζητούσαν από το 1971 από τις τουρκικές αρχές την επαναλειτουργία της Σχολής.

 

Η Άγκυρα τελικά αποδέχθηκε αυτό το αίτημα.

 

Ωστόσο, ως μια μορφή «αντιποίνων», η Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων, η οποία υπάγεται απευθείας στο Προεδρικό Μέγαρο, επανεπιβεβαίωσε την πρόθεσή της να κατασκευάσει Κέντρο Ισλαμικής Εκπαίδευσης στο νησί.

 

Η Διεύθυνση, μετά από πολλές δικαστικές κινήσεις, κατάφερε πρόσφατα να αποκτήσει την ιδιοκτησία του Σανατορίου της Χάλκης. Το Σανατόριο, χτισμένο το 1924, ήταν το μεγαλύτερο θεραπευτήριο φυματίωσης της χώρας και το 2020 είχε μετατραπεί σε νοσοκομείο για την πανδημία. Ένα μεγάλο κτίριο με κόκκινα τούβλα, στη μέση του δάσους, κινδυνεύει πλέον να μετατραπεί σε «ακαδημαϊκό» ισλαμιστικό κέντρο, όπως εκτιμά η πλειονότητα των κατοίκων του νησιού.

 

Οι ισλαμικές και ισλαμιστικές σέκτες που στηρίζουν τον Πρόεδρο Ερντογάν αντιτίθενται επίσης στο ανεξάρτητο και ελεύθερο καθεστώς της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. «Αν οι Έλληνες κληρικοί έχουν τις Θεολογικές τους Σχολές, τότε κι εμείς θα δημιουργήσουμε τα δικά μας ανεξάρτητα και ελεύθερα πανεπιστήμια», υποστηρίζουν.

 

Επιπλέον, η Άγκυρα φοβάται την αποκατάσταση του οικουμενικού τίτλου του Πατριάρχη με την επαναλειτουργία της Σχολής, καθώς οι τουρκικές κυβερνήσεις – για πολιτικούς λόγους, κυρίως λόγω των αντιχριστιανικών και αντιελληνικών αντανακλαστικών – αρνούνται να αναγνωρίσουν αυτόν τον τίτλο· τίτλο που φέρουν οι Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως από το 586, όταν τους αποδόθηκε από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Μαυρίκιο.

 

Ο αρχιτέκτονας Κορχάν Γκιουμούς εκτιμά ότι, λόγω των θρησκευτικών συγκρούσεων και των παλαιών εντάσεων που αναζωπυρώνονται μεταξύ των δύο κοινοτήτων, η επαναλειτουργία της Σχολής και η δημιουργία του Κέντρου Ισλαμικής Εκπαίδευσης δημιουργούν ένα δύσκολο πολιτικό πρόβλημα.

 

«Το κράτος αντιμετωπίζει τους ορθόδοξους συμπολίτες μας ως πράκτορες ξένων χωρών. Κάτι που είναι ψευδές», λέει. Ο Γκιουμούς δίνει δύο ακόμη αρχιτεκτονικά παραδείγματα ισλαμοποίησης: την ανέγερση τζαμιού στην Πλατεία Ταξίμ, στην αρχή της Μεγάλης Οδού του Πέρα, ακριβώς απέναντι από τον ναό της Αγίας Τριάδας, και την ανάπλαση της νησίδας Γιασσιαντά (Πλάτη, στα ελληνικά).

 

«Η νοοτροπία που χρονολογείται από την ύστερη οθωμανική περίοδο, που κυριαρχούσε στα μέλη της Επιτροπής Ένωσης και Προόδου και που συνεχίζει να στηρίζεται σήμερα τόσο από τους κεμαλιστές όσο και από τους ισλαμιστές, δεν είναι καθόλου δημοκρατική ούτε ειρηνική», παρατηρεί ο καθηγητής Τάνερ Ακσάμ, κορυφαίος ειδικός στη Γενοκτονία των Αρμενίων του 1915.

 

Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν τον συντάκτη τους

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΝΕΑ