Πάσχα σε δόσεις..... Αντώνης Μπατζιάς


Ο Έλληνας, σταυρωμένος ανάμεσα στις δόσεις της εφορίας και τις ανατιμήσεις των πολυεθνικών, κοιτάζει τον ουρανό ψάχνοντας το Άγιο Φως

 

Στην Ελλάδα του 2026, η Μεγάλη Εβδομάδα δεν ξεκινά πια με το «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται», αλλά με το «Ιδού ο λογαριασμός καταφθάνει». Η ατμόσφαιρα στις γειτονιές δεν μυρίζει πια λιβάνι και τσουρέκι, αλλά άγχος. Εκεί που άλλοτε περίσσευε το λίπος, τώρα περισσεύει η σιωπή. Το Πάσχα της «νοικοκυρεμένης» απόγνωσης, όπου το αρνί μετατράπηκε σε εθνικό ευεργέτη προς εξαφάνιση και το κοκορέτσι σε μακρινή ανάμνηση από την εποχή που η μεσαία τάξη δεν χρειαζόταν κρατική ελεημοσύνη για να γεμίσει το ταψί. Ο Έλληνας, σταυρωμένος ανάμεσα στις δόσεις της εφορίας και τις ανατιμήσεις των πολυεθνικών, κοιτάζει τον ουρανό ψάχνοντας το Άγιο Φως, αλλά το μόνο που βλέπει είναι τα λαμπιόνια των τηλεοπτικών πάνελ που του εξηγούν πως η πείνα του είναι «εισαγόμενη» και η φτώχεια του «στατιστικό λάθος». Σε αυτή την εικονική πραγματικότητα της Νέας Δημοκρατίας, η Ανάσταση είναι ένα power point που παρουσιάζεται σε κλειστές αίθουσες, ενώ ο λαός παραμένει στον Γολγοθά, περιμένοντας μια δικαίωση που δεν έρχεται ποτέ από τα επίγεια δικαστήρια.

 

Τα 12 Ευαγγέλια της Εξουσίας

 

Λένε ότι οι Απόστολοι ήταν δώδεκα. Στην εκκλησία Μεγάλη Πέμπτη διαβάζουν τα Δώδεκα Ευαγγέλια, την πορεία προς το Πάθος. Στην πολιτική σκηνή της χώρας, τα αναγνώσματα είναι δώδεκα δικογραφίες. Δώδεκα υποθέσεις που άνοιξαν, έκλεισαν, ξανάνοιξαν. Δώδεκα κεφάλαια μιας αφήγησης που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Σαν ευαγγέλια χωρίς Ανάσταση.

 

Η πολιτική έχει πάντα τον δικό της μυστικισμό. Δεν υπόσχεται θαύματα, υπόσχεται διαχείριση. Και κάπου εκεί, μέσα σε ανακοινώσεις και δηλώσεις, η αλήθεια γίνεται κάτι σχετικό. Κάτι που μετατίθεται. Κάτι που περιμένει. Από τις υποκλοπές μέχρι τις απευθείας αναθέσεις και από το Predator μέχρι τα σκοτεινά μονοπάτια των funds, το θείο δράμα συναντά το θεσμικό δράμα. Κάθε δικογραφία και ένα καρφί στο σώμα της Δημοκρατίας, κάθε πόρισμα και ένας σπόγγος με ξύδι στα χείλη ενός λαού που διψά για αλήθεια. Οι απόστολοι του επιτελικού κράτους, φορώντας τα καλά τους κοστούμια, ορκίζονται πίστη στους θεσμούς, την ίδια ώρα που τους παραδίδουν με ένα φιλί, όχι στο μάγουλο, αλλά σ’ έναν πίνακα ζωγραφικής.

 

Ο Πρωθυπουργός φιλά την «Έξοδο του Μεσολογγίου», με μια ευλάβεια που θα ζήλευε και ο πιο πιστός ενορίτης. Είναι το φιλί του Ιούδα προς την ίδια την Ιστορία. Φιλά το κάδρο της θυσίας, ενώ την ίδια στιγμή η πολιτική του σπρώχνει σε μια άτακτη «έξοδο» από την αξιοπρέπεια κάθε πολίτη που δεν ανήκει στον κύκλο των εκλεκτών. Είναι η απόλυτη σημειολογία του κυνισμού, η λατρεία του συμβόλου κι ο εξευτελισμός του περιεχομένου. Ο Πρωθυπουργός δεν φιλά τον πίνακα από πατριωτικό ρίγος, αλλά από επικοινωνιακό ένστικτο, προσπαθώντας να οικειοποιηθεί το μεγαλείο των «Ελεύθερων Πολιορκημένων», την ώρα που ο ίδιος πολιορκεί το κράτος δικαίου με στρατιές μετακλητών και επικοινωνιολόγων. Μια τελετουργία όπου το «εγώ» προσκυνά το «φαίνεσαι».

 

Το θαύμα των επιδομάτων

 

Στην Κανά, λένε, το νερό έγινε κρασί. Στην Ελλάδα του σήμερα, το έλλειμμα γίνεται επίδομα. Μικρό, προσωρινό, αρκετό για να κρατήσει τη σιωπή ζωντανή. Fuel Pass, Market Pass, κάθε λογής pass. Σα να περνάς από μια πύλη που δεν οδηγεί πουθενά. Μια μικρή ανάσα σε έναν μεγάλο πνιγμό. Μια υπενθύμιση ότι το πρόβλημα υπάρχει, αλλά δεν λύνεται. Απλά μετατίθεται.

 

Το πασχαλινό τραπέζι είναι πάντα μια πράξη μνήμης. Θυμίζει άλλες εποχές, όχι απαραίτητα καλύτερες, αλλά πιο γεμάτες. Με αρνί που ψηνόταν από νωρίς, με κοκορέτσι που γύριζε αργά, με φωνές που δεν μετρούσαν το κόστος. Σήμερα, το αρνί δεν υπάρχει και το κοκορέτσι πολυτέλεια. Έτσι, η συζήτηση γύρω από το τραπέζι αλλάζει και περιστρέφεται γύρω από τον πόλεμο που ανέβασε τις τιμές στα καύσιμα, για να κοστίζει η εκδρομή στο χωρίο όσο ένα τριήμερο στην Ιταλία.

 

Δεν είναι μόνο η φτώχεια. Είναι η αίσθηση της διαρκούς προσωρινότητας, πως τίποτα δεν σταθεροποιείται κι όλα είναι “μέχρις ότου”. Κι έτσι, το “θαύμα” μικραίνει. Δεν είναι πια η μετατροπή, είναι η επιβίωση. Να φτάσει. Να βγει. Να κρατηθεί. Αυτό είναι, ίσως, το πιο σκληρό. Ότι δεν ζητάμε πια πολλά. Μόνο τα βασικά. Κι ακόμα κι αυτά, μοιάζουν με θαύμα.

 

Κάθε φορά που το καλάθι του νοικοκυριού αποδεικνύεται μια άδεια υπόσχεση, οι «γραμματείς και φαρισαίοι» των υπουργείων βγαίνουν στα κανάλια για να μας πείσουν ότι η αγορά αυτορυθμίζεται. Μόνο που η αγορά δεν αυτορυθμίζεται, απλώς αυτοϊκανοποιείται εις βάρος εκείνων που δεν μπορούν πια να αντέξουν το βάρος του σταυρού τους. Η Ανάσταση που υπόσχονται είναι μια ανάσταση των κερδών, μια άνοδος των δεικτών στο χρηματιστήριο που δεν συναντά ποτέ το βιοτικό επίπεδο του ανθρώπου της διπλανής πόρτας. Ζούμε το παράδοξο μιας χώρας που ευημερεί στους αριθμούς και πεινάει στα τραπέζι.

 

Οι Πόντιοι Πιλάτοι των Τεμπών

 

Όμως, το πιο σκοτεινό κομμάτι φέτος το Πάσχα δεν βρίσκεται στην άδεια τσέπη, αλλά στην πληγωμένη αίσθηση δικαιοσύνης. Στο δικαστήριο για το έγκλημα στα Τέμπη, οι Πόντιοι Πιλάτοι έχουν καταλάβει όλες τις θέσεις των κατηγορουμένων και των μαρτύρων υπεράσπισης. Νίπτουν τας χείρας τους με μια άνεση που προκαλεί ίλιγγο. «Δεν ξέραμε», «δεν φταίγαμε», «ήταν ανθρώπινο λάθος», «ήταν η κακιά η ώρα». Η συγκάλυψη έχει γίνει το εθνικό σπορ και η δικαιοσύνη, αντί για αδέκαστος κριτής, μοιάζει με τον Πέτρο που απαρνήθηκε τον διδάσκαλο «πριν αλέκτωρ φωνήσαι». Μόνο που εδώ ο αλέκτωρ έχει φωνάξει χιλιάδες φορές, μέσα από τις κραυγές των μανάδων και τα δάκρυα των πατέρων, αλλά οι ένοικοι της εξουσίας συνεχίζουν να κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου, προστατευμένοι από την ασυλία της λήθης και την αλαζονεία του 41%.

 

Η δίκη των Τεμπών δεν είναι απλώς μια δικαστική διαδικασία, είναι η τελική αναμέτρηση της ελληνικής κοινωνίας με το τέρας της ανευθυνότητας. Εκεί, κάτω από το βάρος των 57 νεκρών, η κυβερνητική παράταξη επιλέγει τον ρόλο του Πιλάτου, στέλνοντας την αλήθεια στη Σταύρωση για να σωθεί το πολιτικό κεφάλαιο. Το «Ουαί υμίν γραμματείς και φαρισαίοι υποκριταί» αντηχεί στους διαδρόμους της Βουλής κάθε φορά που μια εξεταστική επιτροπή κλείνει βιαστικά για να μη βγουν στο φως τα πειστήρια του εγκλήματος. Είναι ένα Πάσχα πένθιμο, όχι γιατί έτσι ορίζει το τυπικό της εκκλησίας, αλλά γιατί η πολιτική ηθική της χώρας έχει ταφεί σε ένα μνήμα που το σφράγισαν με τον λίθο της αδιαφορίας. Η δικαιοσύνη στην Ελλάδα του Μητσοτάκη δεν είναι τυφλή, μα ξεκάθαρα επιλεκτική. Κάτι που είναι το πιο βαρύ «σταύρωμα» που μπορεί να υποστεί ένας λαός που ακόμα ελπίζει ότι κάποιος, κάποτε, θα λογοδοτήσει.

 

Ανάσταση σε αναμονή

 

Η Ανάσταση, λένε, είναι η νίκη της ζωής απέναντι στον θάνατο. Στην Ελλάδα αυτό μοιάζει περισσότερο με αναβολή. Μια υπόσχεση που μεταφέρεται για αργότερα, όταν “βελτιωθούν τα πράγματα”, όταν “σταθεροποιηθεί η κατάσταση”. Το “Χριστός Ανέστη” θα ακουστεί. Αλλά δεν θα απαντηθεί το ίδιο. Όχι από έλλειψη πίστης. Από έλλειψη βεβαιότητας. Γιατί η Ανάσταση δεν είναι μόνο λέξη, είναι αίσθηση πως κάτι αλλάζει, κάτι τελειώνει και κάτι ξεκινά. Και φέτος, τίποτα δεν μοιάζει ούτε να τελειώνει, ούτε να ξεκινά. Η Σταύρωση συνεχίζεται κι ο Γολγοθάς έχει ακόμα πολλές ανηφόρες.

 

Αντώνης Μπατζιάς