Χριστιάνα Στυλιανού
Το Ίδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή παρουσιάζει ένα αφιέρωμα στον διακεκριμένο καλλιτέχνη από τη χαμένη άνοιξη του ’60 έως τα τοπία της συλλογικής μνήμης.
«Παράπλευρες ζημιές – Αναφορά στον Goya», 1999. Μεικτή τεχνική. Ένα από τα έργα που εκτίθενται στο αφιέρωμα για τον Γιάννη Ψυχοπαίδη από τον Χριστόφορο Δουλγέρη
Ο Γιάννης Ψυχοπαίδης μεγάλωσε στον αριθμό 23 της οδού Υψηλάντου, σε ένα μεγάλο σπίτι που έχει πλέον κατεδαφιστεί, γεμάτο σκοτεινές γωνίες, κρυφούς χώρους και μια μεγάλη γυριστή ξύλινη σκάλα, όπου –όπως θυμάται– έμεναν παγιδευμένοι παιδικοί φόβοι, ψίθυροι και φαντασιώσεις. Τα μπαλκόνια του σπιτιού έβλεπαν ακριβώς απέναντι τη βρετανική πρεσβεία και τους κήπους της. Τα καλοκαίρια παρακολουθούσε από ψηλά τις υπαίθριες δεξιώσεις, τις αφίξεις των επισήμων με τα φράκα και τις τουαλέτες ανάμεσα στους φοίνικες, σαν σκηνές βγαλμένες από τις πρώτες έγχρωμες κινηματογραφικές ταινίες.
Για χρόνια πίστευε ότι ο Βρετανός πρέσβης ήταν ο επιβλητικός άντρας με τη χρυσή στολή που οδηγούσε το μαύρο αυτοκίνητο της πρεσβείας, αλλά πολύ αργότερα ανακάλυψε πως επρόκειτο απλώς για τον οδηγό, ενώ ο πραγματικός πρέσβης ήταν «το φαινομενικά ασήμαντο γκρίζο ανθρωπάκι» που τον συνόδευε. Αυτή η πρώιμη αποκάλυψη της απόστασης ανάμεσα στην εικόνα και την πραγματικότητα, ανάμεσα στο είναι και το φαίνεσθαι, θα καθόριζε βαθιά τον τρόπο με τον οποίο αντιλήφθηκε αργότερα την κοινωνική εξουσία και τον κόσμο.

Ο Γιάννης Ψυχοπαίδης
Στη γωνία Υψηλάντου και Λουκιανού γνώρισε και το πρώτο έντονο πολιτικό ξύπνημα της παιδικής του ηλικίας. Το 1956, μέσα σε μία νύχτα, το κάτω μέρος της οδού Λουκιανού μετονομάστηκε σε οδό Καραολή και Δημητρίου, μπροστά ακριβώς από τη βρετανική πρεσβεία, ως πράξη διαμαρτυρίας για την εκτέλεση των αγωνιστών της ΕΟΚΑ Μιχάλη Καραολή και Ανδρέα Δημητρίου από τις βρετανικές αποικιακές αρχές στην Κύπρο. Η μετεμφυλιακή Ελλάδα, η κοινωνική σιωπή και η βία της εποχής άρχισαν ήδη από τότε να χαράζουν μέσα του μια βαθιά πολιτική και ηθική συνείδηση.
Η οδός Υψηλάντου οδηγούσε για τον ίδιο σε έναν άλλο, μυθικό κόσμο, αυτόν του Ευαγγελισμού με τον Βασίλη τον φωτογράφο, τις ξύλινες μηχανές, τα ζωγραφισμένα πανό και τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες των αδειούχων φαντάρων και στην οδό Λεβέντη με τον ηλικιωμένο πλανόδιο βιβλιοπώλη που πουλούσε μεταχειρισμένα τεύχη του «Μικρού Ηρωα» και που ο καλλιτέχνης παρομοιάζει με μορφή βγαλμένη από πίνακα του Μαγκρίτ, αλλά και στα καΐκια για την Αίγινα, όπου αντίκριζε αλυσοδεμένους πολιτικούς κρατούμενους δίπλα σε τουρίστες και εμπόρους, εικόνες που, όπως γράφει στο βιβλίο του «Αστατος καιρός. Μικρά κείμενα για την τέχνη» (εκδ. Κέδρος), γεννούσαν «αμείλικτα και αναπάντητα παιδικά ερωτήματα». Η Ελλάδα της δεκαετίας του ’50 εμφανίζεται στη μνήμη του σαν μια χώρα που προσπαθούσε να ανασυγκροτηθεί, κουβαλώντας όμως ακόμη «κρυμμένη κάτω από τη μασχάλη την απαγορευμένη εφημερίδα», τις εξορίες, τον φόβο και τον μετεμφυλιακό διχασμό.

«Πορτραίτο κυρίας», 1976. Λάδι, ύφασμα, πλαστικό σε καμβά
Κοινωνία σε αναβρασμό
Αργότερα, στις υπόγειες ταβέρνες της Ηροδότου, ανάμεσα σε κάρβουνα, χύμα κρασί και καυσόξυλα, γνώρισε έναν ολόκληρο κόσμο ποιητών, ζωγράφων και περιθωριακών μορφών. Εκεί συνυπήρχαν ο Θανάσης Τσίγκος, ο Κώστας Βάρναλης, ένας θυρωρός της Ασφάλειας που έγραφε ποιήματα και ένας ιδιότυπος υπόγειος υπερρεαλισμός που, όπως θυμάται, ένωνε τους πάντες μέσα σε μια «νηφάλια κραιπάλη». Την ίδια στιγμή οι διαδηλώσεις για την παιδεία, τα Ιουλιανά, η δολοφονία του Λαμπράκη, οι πολιτικές αφίσες, οι φοιτητικές κινητοποιήσεις και η αίσθηση μιας κοινωνίας σε διαρκή αναβρασμό γίνονταν η πρώτη ύλη όχι μόνο της πολιτικής του συνείδησης αλλά και της ζωγραφικής του. «Αυτά που ζούσαμε το πρωί τα ζωγραφίζαμε το βράδυ» ανέφερε χαρακτηριστικά στη συνέντευξη Τύπου, περιγράφοντας μια εποχή κατά την οποία η ζωή και η τέχνη λειτουργούσαν σχεδόν ως ενιαία εμπειρία. Η γενιά του ’60, όπως τη θυμάται, πίστεψε στη συλλογικότητα, τη δημοκρατική αλλαγή, την κοινωνική δικαιοσύνη και τη δυνατότητα να «ξαναγραφτεί η ιστορία με άλλη σύνταξη και άλλη γραμματική».
Η τέχνη εκείνης της περιόδου, σύμφωνα με τον ίδιο, βρέθηκε σε ανοιχτό διάλογο με την κοινωνία. Οι πολιτικές αφίσες, η χαρακτική, οι εικαστικές ομάδες όπως οι Νέοι Ελληνες Ρεαλιστές και η Ομάδα Τέχνης Α, οι παρεμβάσεις έξω από τα αστικά κέντρα και η αμφισβήτηση της «καθαρής» ελιτίστικης τέχνης συνδέθηκαν με την ανάγκη μιας νέας κοινωνικής και αισθητικής γλώσσας. Η ζωγραφική έπρεπε να γίνει παρεμβατική, άμεση, συλλογική, να μιλήσει για τη βία, την εργασία, τις κοινωνικές αντιθέσεις και την ψευδαίσθηση της μεταπολεμικής «ανάπτυξης».

«Ο υγιής κοινός νους», 1977. Χρωματιστά μολύβια σε χαρτί
Εργαλείο κριτικής
Στο αφιέρωμα του Ίδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή στον Γιάννη Ψυχοπαίδη, με τίτλο «Γιάννης Ψυχοπαίδης: Τοπία της Μνήμης. Αυτά που κράτησα», η ζωγραφική μετατρέπεται σε ένα πυκνό εικαστικό αρχείο ζωής όπου προσωπικές μνήμες, ιστορικά τραύματα, πολιτικές συγκρούσεις και συλλογικά βιώματα συνυπάρχουν αδιάκοπα. Η έκθεση συγκεντρώνει 70 έργα από το 1962 έως σήμερα, έργα που ο ίδιος ο καλλιτέχνης διατήρησε στην προσωπική του συλλογή σαν θραύσματα μιας μεγάλης εσωτερικής διαδρομής.
Ο επιμελητής της έκθεσης Κυριάκος Κουτσομάλλης τοποθετεί τον Ψυχοπαίδη μέσα στο κλίμα της νεορεαλιστικής στροφής της δεκαετίας του ’60, μιας περιόδου κατά την οποία «η τέχνη όφειλε να σταθεί αλληλέγγυα με τα σύγχρονα κινήματα ιδεών και το κοινωνικό γίγνεσθαι». Περιγράφει τον καλλιτέχνη ως «ευαίσθητο δέκτη των νεορεαλιστικών μηνυμάτων» που επιχείρησε «μια προσωπική, λυρική προσέγγιση του αντικειμένου στον εικαστικό αστικό χώρο», μετατρέποντας το έργο του σε εργαλείο κοινωνικής κριτικής απέναντι στον καταναλωτισμό, στη βίαιη εκβιομηχάνιση και στις ψευδαισθήσεις της μεταπολεμικής ευμάρειας.
Η έκθεση ξεδιπλώνεται μέσα από 20 ενότητες, από τις πρώιμες εξπρεσιονιστικές μορφές και τις πολιτικά φορτισμένες προσωπογραφίες του 1967 μέχρι τα «Μαθήματα ανατομίας», το «Γράμμα που δεν έφτασε», τις «Νύχτες στις Βρυξέλλες» και την «Αναφορά στον Goya». Η πορεία του Ψυχοπαίδη εκτείνεται από την Αθήνα στο Μόναχο, το Δυτικό Βερολίνο και στις Βρυξέλλες. Το 1970 μεταβαίνει στη Γερμανία με υποτροφία της DAAD και αργότερα εγκαθίσταται στο Βερολίνο, μέσα σε ένα περιβάλλον πολιτικής έντασης και καλλιτεχνικού πειραματισμού. Το 1986 μετακομίζει στις Βρυξέλλες, όπου η πόλη, τα παράθυρα, οι νυχτερινοί εσωτερικοί χώροι και τα φώτα αποκτούν υπαρξιακή διάσταση, ενώ το 1993 επιστρέφει στην Ελλάδα και εκλέγεται καθηγητής στην ΑΣΚΤ.
Παράλληλα αναπτύσσει μια βαθιά σχέση με τη φωτογραφία πολαρόιντ, την οποία μετατρέπει σε ζωγραφικό εργαλείο. Οι επιζωγραφισμένες πολαρόιντ, τα χρωματιστά μολύβια και οι τέμπερες λειτουργούν σαν προσωπικά ημερολόγια. Ο ίδιος μιλά για «την ποίηση του ευτελούς» και «τον πλούτο του ελάχιστου», αναζητώντας στα καθημερινά αντικείμενα και τα φαινομενικά ασήμαντα συμβάντα έναν βαθύτερο πυρήνα αλήθειας. Στα έργα αυτής της περιόδου, όπως «Το μέτρο του κόσμου» ή το μνημειακό τρίπτυχο «Χρησμός», συνδέει την αρχαιότητα με τη σύγχρονη κοινωνική εμπειρία. Ο δελφικός ομφαλός, οι αρχαιοπρεπείς μορφές, οι πολιτικές εικόνες και τα θραύσματα της καθημερινότητας συμπλέκονται σαν ένα «μεγάλο σταυρόλεξο».

«Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία» (λεπτομέρεια έργου), 2011. Λάδι σε καμβά




Στον πυρήνα η Ιστορία
Στον πυρήνα του έργου του βρίσκεται πάντα η σχέση της τέχνης με την Ιστορία. Η σειρά «Αναφορά στον Goya», που δημιουργείται το 1999 κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία, παίρνει τη μορφή καταγγελίας της βίας και της καταστροφής, συνδέοντας «τις τραυματικές εικόνες του παρελθόντος με τα σύγχρονα γεγονότα».
Ισως γι’ αυτό το έργο του παραμένει βαθιά επίκαιρο. Ο ίδιος δεν αντιμετώπισε ποτέ τη ζωγραφική ως αισθητική διακόσμηση, αλλά ως τρόπο κατανόησης της πραγματικότητας. «Η Ελλάδα του ’60 γινόταν συνειδητή ως τραύμα αλλά και ως πνευματικό βάλσαμο» γράφει. Και αυτή η διπλή συνθήκη –η οδύνη και η τρυφερότητα μαζί– διαπερνά ολόκληρη τη διαδρομή του. Στην έκθεση του Ιδρύματος Γουλανδρή τα έργα μεταμορφώνονται σε ανοιχτές σελίδες ημερολογίου. Σώματα, πρόσωπα, αστικοί χώροι, πολιτικές μνήμες, ποιητικές αναφορές και προσωπικά βιώματα συνδέονται σε μια εικαστική αφήγηση που βρίσκεται σε έναν αέναο διάλογο με την Ιστορία. Οπως σημειώνει ο ίδιος ο Ψυχοπαίδης, η ζωγραφική του επιδιώκει «να συνομιλεί με την ποίηση και να διαβάζεται υπό το πρίσμα του σήμερα από το χθες με προοπτική το αύριο».

«Η συνάντηση», 1967. Λάδι σε καμβά
Οι «Άθλιοι» διαμόρφωσαν τη σκέψη του
Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του έργου και της σκέψης του Γιάννη Ψυχοπαίδη έπαιξαν τα πρώτα του αναγνώσματα. Η πρώτη «συνειδητή» ζωγραφιά που θυμάται ήταν μια σκηνή από τους «Άθλιους» του Ουγκώ, την οποία δημιούργησε σε ηλικία μόλις πέντε ετών. Ο ίδιος επιστρέφει διαρκώς στη μορφή του Γιάννη Αγιάννη, του ανθρώπου που σώζει έναν συν-κατάδικο προτού διεκδικήσει τη δική του ελευθερία, βλέποντας σε αυτόν ένα σύμβολο αλληλεγγύης, κοινωνικής δικαιοσύνης και ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Από τους λογοτεχνικούς πέρασε αργότερα στους «πραγματικούς ήρωες» της Ιστορίας και του πνεύματος, τον Σεφέρη, τον Καβάφη, τον Ρίτσο, τον Θεοδωράκη, τον Καζαντζάκη, τον Μπελογιάννη, τον Χαλεπά, τον Τσίρκα, τον Εμπειρίκο. Πρόσωπα που, όπως γράφει, αποτέλεσαν «σημεία αναφοράς» και «ίχνη ζώσας ιστορίας» μέσα σε ένα μεγάλο συλλογικό παλίμψηστο.
Μουσείο Β&Ε Γουλανδρή. Έως 4 Οκτωβρίου











