Νικόλας Σεβαστάκης
Παρά τα όσα δείχνουν τα στατιστικά στοιχεία περί υποχώρησης της αμερικανικής ισχύος, ο Τραμπ και οι ηγεμονιστικές πρακτικές του εξακολουθούν να επικρατούν.
Είναι πλέον ο μεγάλος δυτικός τραμπούκος μιας διεθνούς τάξης-αταξίας, με την Ευρώπη να εκφράζει αντιρρήσεις και τελικά να συναινεί, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Εικονογράφηση.
ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΠΟ ΧΡΟΝΙΑ Η ΑΠΟΨΗ, στηριγμένη σε ανάλυση δεδομένων και γεωπολιτικές σταθμίσεις, ότι η αμερικανική ισχύς φθίνει και ότι η «αυτοκρατορία» έχει γίνει μια σκιά του αλλοτινού εαυτού της μέσα από τη στρατιωτική της υπερ-εξάπλωση και τα άλυτα εσωτερικά της δράματα. Η πόλωση της αμερικανικής πολιτικής ζωής και η ανάδυση ενός πολυπολικού κόσμου με ισχυρούς αντιπάλους, κυρίως την Κίνα, παρουσιάζονται ως αποδεικτικά μιας συνεχιζόμενης πτώσης.
Πάνω στη συγκεκριμένη απεικόνιση των πραγμάτων –που δεν είναι αυθαίρετη και χωρίς βάση– έχει προταθεί και μια ερμηνεία για τον Τραμπ και το γκουβέρνο του: σύμφωνα με αυτήν, η συμπεριφορά τραμπούκου είναι απόδειξη αυτής της παρακμής ως γενικότερης απώλειας κύρους και ισχύος. Συχνά εδώ παρεμβάλλεται και το γνωστό φιλοσοφικό επιχείρημα της Χάνα Άρεντ ότι η βία ως ωμή δύναμη (force) φανερώνει πολιτική αδυναμία και όχι «πραγματική δύναμη».
Έχοντας σπείρει σε μέρος της παγκόσμιας κοινής γνώμης φριχτές φασιστικές επιθυμίες, η βαθιά προβληματική αυτοκρατορία του Τραμπ εξακολουθεί να έχει τον πρώτο λόγο στη Δύση.
Το ότι πολλά στον ηγετικό μηχανισμό και στη σημερινή προεδρία παραπέμπουν σε προ-πολιτικές σχέσεις που «μας γυρίζουν πίσω από τα στάνταρ της φιλελεύθερης δημοκρατίας» ερμηνεύεται ως υποχώρηση των ΗΠΑ στην παγκόσμια κατάταξη. Υπερτονίζονται επίσης τα δημοσιονομικά προβλήματα και το δυσθεώρητο, πράγματι, χρέος της χώρας.
Η εκδοχή για ένα τέλος ή μια πολύ μεγάλη υποχώρηση της αμερικανικής ισχύος ηχεί πειστική. Ιδίως για εκείνους τους παρατηρητές που επισημαίνουν τώρα, λ.χ., την «απόσχιση» του Καναδά (με την προσέγγιση της καναδικής κυβέρνησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση) ή την πολιτική απομόνωση των τραμπικών από τους «καθωσπρέπει» συντηρητικούς κύκλους. Στο ίδιο κάδρο εντάσσουν πολλοί την παγίδευση των ΗΠΑ στον πόλεμο με το Ιράν και την κρίση των Στενών του Ορμούζ. Φυσικά, την ίδια στιγμή, οι περισσότεροι Ευρωπαίοι σπεύδουν να στοιχηθούν με τη Σαουδική Αραβία, δηλαδή με τον προνομιακό εταίρο των ΗΠΑ στην περιοχή. Καθημερινή έχει γίνει και η μνεία της αδυναμίας του Τραμπ να τηρήσει τις υποσχέσεις του για τον πόλεμο Ουκρανίας - Ρωσίας, αλλά και η πρόγνωση για επερχόμενες εκλογικές ήττες των ρεπουμπλικάνων.
Αν όμως στρέψουμε τη σκέψη μας στο γενικότερο αποτύπωμα της συγκυρίας, στα συμπτώματα της πολιτικής κουλτούρας και στα μοντέλα συμπεριφοράς, δεν βλέπουμε καμιά ήττα ή απομόνωση του τραμπικού «αμερικανισμού». Το αντίθετο ίσως. Τους προηγούμενους μήνες συνέβη το πρωτοφανές, η επιδρομή ειδικών δυνάμεων στο Καράκας για την απαγωγή ενός αρχηγού κράτους και της συζύγου του. Έπειτα από λίγο, η Βενεζουέλα (χώρα με τεράστια πετρελαϊκά αποθέματα) θα παραδοθεί ουσιαστικά στις ΗΠΑ. Τι διαφορά έχει αυτό από την εποχή της United Fruit και των πραξικοπημάτων; Φυσικά, στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής και της δυτικής Ασίας το Ιράν «αντέχει» και η αμερικανική ηγεσία συναντά πραγματικές δυσκολίες. Όμως λίγες μέρες πριν, γίνεται γνωστή μια νέα νίκη του Αμερικανού Προέδρου. Μπορεί η Γροιλανδία να μην προσαρτήθηκε τυπικά στην Ουάσιγκτον και έτσι η Δανία να μην υποχρεώθηκε σε μια τέτοια ατίμωση, όμως τελικά ο αμερικανικός στρατός γίνεται ο τοποτηρητής της Γροιλανδίας και πάει να ηγεμονεύσει στη «μάχη της Αρκτικής».
Εκεί όμως που φαίνεται να διαψεύδεται η φιλελεύθερη (και ενίοτε αριστερή) εκδοχή περί ηττημένης τραμπικής Αμερικής είναι στο πώς σε πολλά σημεία του κόσμου η τεχνογνωσία εκβιασμού με εξόφθαλμες πράξεις εξαγοράς και διαφθοράς γίνεται η νέα «νομιμότητα». Στο εσωτερικό πολλών χωρών αναδύεται ένα μοντέλο «ηγεσίας» που αντλεί ευθέως από μορφές επιβολής και αυταρχικών πλεγμάτων. Το καθετί αντιμετωπίζεται ως υλικό προς εξόρυξη και συναλλακτικό χαρτί, ενώ συγχρόνως οι δυνάμεις που διαφοροποιούνται και αντιστέκονται δεν είναι σε θέση να αποτρέψουν το κακό. Έτσι, από τα βάθη της αβύσσου στον ωκεανό μέχρι τα δάση του Αμαζονίου, από τα αποθέματα πετρελαίου της Βενεζουέλας μέχρι τα δεδομένα εκατομμυρίων πολιτών-καταναλωτών, όλα γίνονται αντικείμενο καταχρηστικής κακοποίησης με όρους που θυμίζουν το πώς συμπεριφέρεται ο Τραμπ στον κόσμο.
Και μπορεί να βεβαιώνουμε για τα περί του αντιθέτου, ωστόσο ο τραμπουκισμός έχει αποτέλεσμα. Ο νταής δεν ενδιαφέρεται αν έχει απέναντί του κάποιους διανοούμενους, τον Πάπα, ορισμένα κοινωνικά κινήματα ή και κάποιες κυβερνήσεις που αντέχουν τις πιέσεις. Ο τραμπουκισμός δεν υποχωρεί επειδή έχει χάσει κάποιες μάχες ιδεών στα πανεπιστήμια ή στους καλλιτέχνες, γιατί η δική του διείσδυση αφορά διαφορετικά κοινά. Παίζει στο γήπεδο της επιθυμίας και των γούστων, όχι στο επίπεδο της δημοκρατικής θεωρίας και των κοινωνικών επιστημών.
Αυτές τις μέρες στη Σύνοδο του ΟΗΕ με τα κρίσιμα θέματα (από την Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη) πολλοί θα πουν πως ο Τραμπ βρίσκεται σχετικά «απομονωμένος» ή πως δεν εμπνέει εμπιστοσύνη. Συγκρούεται ξανά με ενώσεις δημοσιογράφων και με τα πρωτόκολλα της δημόσιας συμπεριφοράς. Πολλές από τις υπερφίαλες, ως φαιδρές απόψεις του θα παρουσιαστούν «αρνητικά» στο φόντο της μεγάλης ενεργειακής εμπλοκής και των πιέσεων που δημιουργεί στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα και στις τιμές.
Όμως και η Γάζα ισοπεδώθηκε και το εκεί «αναπτυξιακό» πρότζεκτ ΗΠΑ - Ισραήλ και άλλων προχωράει και η μικρή Δανία υποχρεώθηκε σε ταπεινωτικό συμβιβασμό και οι αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας εξακολουθούν να έχουν τον πρώτο λόγο στις υποδομές των περισσότερων κρατών, και στην οργάνωση της καθημερινότητας και της εργασίας τεράστιων αριθμών. Κυρίως όμως ο κώδικας του ηγεμονιστή τραμπούκου που κινείται με το καρότο και το μαστίγιο, μεταξύ συναλλακτικής πιάτσας και νέου τύπου πραξικοπημάτων, είναι μια μεγάλη ντροπή της ανθρωπότητας.
Όπως και αν το πούμε, αυτή η ντροπή επιμένει, έχοντας, ευτυχώς, απέναντί της τον κόσμο της δημοκρατικής και κοινωνικής ανυπακοής – έτσι όπως εκφράζεται, μετρημένα και ευφάνταστα, εντός και εκτός των ΗΠΑ. Μέχρι στιγμής όμως το μοντέλο του νταή δεν έχει υποστεί κάτι, πέρα από τα σοκαρισμένα σχόλια και τις έντονες ιδεολογικές διαμαρτυρίες των αντιπάλων του.
Έχοντας σπείρει σε μέρος της παγκόσμιας κοινής γνώμης φριχτές φασιστικές επιθυμίες (πρέπει πια να λέμε τη λέξη «φασισμός», έστω με νέες εξηγήσεις από δίπλα), αυτή η βαθιά προβληματική αυτοκρατορία εξακολουθεί να έχει τον πρώτο λόγο στη Δύση. Είναι πλέον ο μεγάλος δυτικός τραμπούκος μιας διεθνούς τάξης-αταξίας, με την Ευρώπη να εκφράζει αντιρρήσεις και τελικά να συναινεί, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Αυτό δεν μπορεί να το ξεχνάμε κρυμμένοι κάτω από τα στατιστικά στοιχεία και τους δείκτες της αμερικανικής «παρακμής», είτε με μαρξιστικές αναλύσεις είτε με φιλελεύθερες προσδοκίες. Στην Ιστορία εξάλλου η παρακμή ή και το τέλος μπορεί να διαρκούν πολύ. Γίνονται μια δυσβάσταχτη αιωνιότητα όσο δεν βρίσκουν ικανές αντίρροπες δυνάμεις στο εσωτερικό τους.
Η Κούβα μας υπενθυμίζει τη χαμένη μας αξιοπρέπεια

Ηλίας Σκυλλάκος
Στις 22 Σεπτεμβρίου, στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, ο Ντόναλντ Τραμπ μιλούσε από το βήμα του ΟΗΕ για την Κούβα. Την αποκάλεσε «failed state», αποτυχημένο κράτος. Καυχήθηκε ότι η κυβέρνησή του ασκεί πάνω της τη σφοδρότερη πίεση εδώ και χρόνια. Και προανήγγειλε, με την αλαζονεία του κατακτητή που μοιράζει πεπρωμένα, ότι «η ελευθερία θα έρθει στην Κούβα».
Λίγο πιο κάτω, η κουβανική αντιπροσωπεία σηκώθηκε όρθια και αποχώρησε, αρνούμενη να παραμείνει στην αίθουσα και να ακούσει σκυφτή μια ακόμη προσβολή απέναντι στην ίδια τη χώρα και την κυριαρχία της.
Τα λόγια του Τραμπ, άλλωστε, δεν αιωρούνταν στο κενό. Στηρίζονταν σε μια πολιτική δεκαετιών που μετατρέπει την αμερικανική ισχύ σε αργή, μεθοδική ασφυξία για την Κούβα. Μόλις πέντε ημέρες νωρίτερα, στις 17 Σεπτεμβρίου, η Ουάσιγκτον είχε επιβάλει νέες κυρώσεις, σφίγγοντας ακόμη πιο απροκάλυπτα τον κλοιό της πολιορκίας. Πρόκειται για πολιτική συλλογικής τιμωρίας, που επιδιώκει να εξαντλήσει μια ολόκληρη κοινωνία, να βαθύνει τη στέρηση, να πολλαπλασιάσει την καθημερινή φθορά και, στο τέλος, να καταστήσει τη ζωή στο νησί κοινωνικά και οικονομικά αβίωτη.
Έχει κάτι παράδοξο, λοιπόν, η ευκολία με την οποία η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί τη λέξη «αποτυχία» για την Κούβα. Είναι σαν να κλείνεις ανθρώπους σε έναν χώρο όπου ο αέρας λιγοστεύει συνεχώς, να σφραγίζεις κάθε άνοιγμα από όπου θα μπορούσε να περάσει μια ανάσα και, όταν αρχίζουν να πνίγονται, να δείχνεις την αγωνία τους ως απόδειξη της δικής τους αποτυχίας.
Η σημερινή Κούβα πράγματι παλεύει για κάθε ανάσα. Στις 18 Σεπτεμβρίου, τέσσερις ημέρες πριν από την ομιλία Τραμπ, το ηλεκτρικό δίκτυο κατέρρευσε ολοκληρωτικά, για τουλάχιστον έκτη φορά από τον Ιανουάριο, όταν ο Τραμπ έκοψε την τροφοδοσία καυσίμων προς το νησί. Τα τρόφιμα χαλάνε, οι αντλίες σταματούν, τα νοσοκομεία περνούν σε γεννήτριες και τα ασθενοφόρα δυσκολεύονται να κινηθούν. Ακόμη και πτήσεις με ζωτικές προμήθειες αναστέλλονται επειδή τα αεροπλάνα δεν μπορούν να ανεφοδιαστούν, ενώ η έλλειψη καυσίμων παραλύει την ηλεκτροπαραγωγή και τις μεταφορές, επηρεάζοντας περίπου εννέα εκατομμύρια ανθρώπους.
Ένα πρόσφατο ρεπορτάζ του Associated Press, κατέγραψε όχι μόνο το βάρος αυτής της καθημερινότητας, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία, πιεσμένη ως τα όριά της, αναζητά συλλογικά τρόπους να αντέξει και να συνεχίσει. Σύμφωνα με ρεπορτάζ τη νύχτα που ένα ακόμη μπλακ άουτ βύθισε την Αβάνα στο σκοτάδι, οι κάτοικοι δεν κλείστηκαν στα σπίτια τους. Βγήκαν στα κατώφλια, άναψαν φωτιές με ξύλα και κάρβουνα και έστησαν καζάνια για την caldosa, τη λαϊκή σούπα της γειτονιάς. Ο ένας έφερε λαχανικά, ο άλλος λίγο κοτόπουλο, κάποιος άλλος ό,τι είχε απομείνει στο σπίτι, και όλοι έφαγαν από το ίδιο καζάνι.
Η σκηνή αυτή είναι μόνο μία όψη μιας κοινωνίας που, μέσα στην ασφυξία, εξακολουθεί να ψάχνει συλλογικούς τρόπους να σταθεί όρθια. Σε γειτονιές και κοινότητες ξεφυτρώνουν φωτοβολταϊκά σημεία όπου φορτίζονται συσκευές και μαγειρεύεται φαγητό, οχήματα επιστρατεύονται για να φτάσει νερό εκεί όπου λείπει, ενώ εργατικά συνεργεία μετακινούνται από επαρχία σε επαρχία για να κρατήσουν ζωντανά δίκτυα και υποδομές. Στα organopónicos, στους αστικούς και περιαστικούς λαχανόκηπους και στις μικρές καλλιέργειες αυτοκατανάλωσης, η γη ξαναγίνεται χώρος κοινής επιβίωσης, ενώ οι κοινοτικές δομές σίτισης κρατούν ανοιχτό ένα δίχτυ προστασίας για όσους βρίσκονται στην πιο δύσκολη θέση.
Παράλληλα, την 1η Σεπτεμβρίου περισσότερα από 10.000 σχολεία άνοιξαν ξανά για περίπου 1,4 εκατομμύρια παιδιά και εφήβους, με πάνω από 135.000 εκπαιδευτικούς στις τάξεις και συνταξιούχους, φοιτητές και άλλους εργαζόμενους να καλύπτουν κενά. Η στελέχωση είχε φτάσει περίπου στο 73%, ποσοστό εντυπωσιακό για ένα σύστημα που λειτουργεί μέσα σε συνθήκες πολιορκίας.
Και αυτή η εικόνα πατά πάνω σε μια εκπαιδευτική πολιτική δεκαετιών. Περίπου το 99,5% των παιδιών ολοκληρώνει την πρωτοβάθμια εκπαίδευση και γύρω στο 96% την κατώτερη δευτεροβάθμια, την ώρα που στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική εκατομμύρια παιδιά και νέοι παραμένουν εκτός σχολείου και σχεδόν ένας στους τρεις δεν ολοκληρώνει τη δευτεροβάθμια.
Μπροστά σε όλα αυτά, δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι μια κοινωνία του σύγχρονου καπιταλιστικού κόσμου θα άντεχε για πολύ μια ανάλογη, παρατεταμένη συνθήκη επιβλημένης στέρησης χωρίς να αποκαλυφθούν βίαια όλα όσα κρύβει κάτω από την «κανονικότητά» της.
Ο ανταγωνισμός έχει μετατραπεί σε «φυσικό» νόμο, το κέρδος σε μέτρο επιτυχίας και η ατομική ανέλιξη σε κεντρική υπόσχεση μιας ζωής που χωρίζει από νωρίς τους ανθρώπους σε νικητές και ηττημένους. Δίπλα σε αυτά, καλλιεργήθηκαν πρότυπα εύκολου πλουτισμού, κοινωνικής επίδειξης και προσωπικής διαφυγής, ενώ η διαφθορά και η σχέση με την εξουσία έπαψαν να αντιμετωπίζονται ως ηθική και πολιτική παρακμή και άρχισαν να παρουσιάζονται ως εξυπνάδα.
Το 1987, η Μάργκαρετ Θάτσερ διατύπωνε την περίφημη φράση «there is no such thing as society» – «δεν υπάρχει κοινωνία». Η φράση συμπύκνωνε ένα ολόκληρο νεοφιλελεύθερο αξιακό πρόταγμα που αποσυνέδεε τον άνθρωπο από το συλλογικό, μετέτρεπε την κοινωνία σε άθροισμα απομονωμένων και ανταγωνιστικών ατομικοτήτων και φόρτωνε στον καθένα ξεχωριστά την ευθύνη για τη θέση, την επιτυχία ή την αποτυχία του.
Αυτή η λογική ξεπέρασε τα όρια της Βρετανίας και διαπέρασε ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο, διαμορφώνοντας ανθρώπους που μαθαίνουν να μετρούν την αξία τους μέσα από τη σύγκριση, την επίδοση, τη συσσώρευση και μια διαρκή αναμέτρηση ακόμη και με τον ίδιο τους τον ταξικό αδελφό.
Και όσο αυτός ο κόσμος βυθίζεται στις δικές του κρίσεις, τόσο φαίνεται καθαρότερα η σκληρότητα πάνω στην οποία έχει οικοδομηθεί. Εκατομμύρια άνθρωποι δουλεύουν περισσότερο για να ζουν χειρότερα, η φτώχεια συνυπάρχει με αμύθητο πλούτο, μια ασθένεια μπορεί να γίνει οικονομική καταστροφή και η μόρφωση προνόμιο, ενώ η αποτυχία φορτώνεται στον αδύναμο σαν προσωπική του ενοχή και ευθύνη.
Έτσι, το «εμείς» αδειάζει από περιεχόμενο και στη θέση του μένει ένα πλήθος από μοναχικά «εγώ» που συνυπάρχουν χωρίς να συγκροτούν πραγματικά τίποτα. Η κοινωνία γίνεται πιο σκληρή, πιο εχθρική και πιο μοναχική, και η ίδια η ελευθερία φτωχαίνει ώσπου να σημαίνει απλώς ότι κάποιοι έχουν τη δυνατότητα να αγοράζουν περισσότερες επιλογές από τους υπόλοιπους.
Η Κούβα λοιπόν δεν είναι μόνο ότι ένας μικρός λαός αρνείται εδώ και δεκαετίες να δεχτεί πως μια υπερδύναμη έχει το δικαίωμα να ορίζει το πολιτικό του μέλλον. Είναι και το γεγονός ότι, μέσα σε συνθήκες που δεν της επέτρεψαν ποτέ να αναπτύξει ελεύθερα την ανώτερη κοινωνική και ανθρώπινη προοπτική του σοσιαλιστικού της εγχειρήματος, εξακολουθεί να κρατά ζωντανό κάτι που ο καπιταλιστικός κόσμος του πλανήτη έχει αφήσει να διαβρωθεί βαθιά.
Η ιδέα του Χοσέ Μαρτί ότι «να είσαι καλλιεργημένος είναι ο μόνος τρόπος να είσαι ελεύθερος», η αντίληψη του Φιντέλ για μια επανάσταση που γίνεται παιδεία, υγεία, εργασία, αλληλεγγύη και κοινωνική πρόοδος, και η σκέψη του Τσε για έναν άνθρωπο απελευθερωμένο από την αλλοτρίωση συγκροτούν μια βαθιά κουβανική παράδοση για το τι σημαίνει πραγματική ελευθερία.
Στο δοκίμιο «Ο σοσιαλισμός και ο άνθρωπος στην Κούβα», ο Τσε έθετε στο κέντρο τη σύγκρουση ανάμεσα στον παλιό κόσμο και στον άνθρωπο που θέλει να γεννήσει ο σοσιαλισμός. Στον καπιταλισμό, έγραφε, ο αλλοτριωμένος άνθρωπος συνδέεται με την κοινωνία «με έναν αόρατο ομφάλιο λώρο: τον νόμο της αξίας», ο οποίος «επενεργεί σε όλες τις πλευρές της ζωής του, διαμορφώνοντας την πορεία και το πεπρωμένο του». Γι’ αυτό προειδοποιούσε ότι μια νέα κοινωνία δεν μπορεί να οικοδομηθεί με τα «φθαρμένα όπλα» που κληροδοτεί ο καπιταλισμός, ανάμεσά τους το «ατομικό υλικό συμφέρον ως μοχλό», γιατί μαζί με τη νέα υλική βάση πρέπει να δημιουργηθεί και ένας νέος άνθρωπος.
Γι’ αυτό και έγραφε πως «η κοινωνία στο σύνολό της πρέπει να μετατραπεί σε ένα τεράστιο σχολείο». Η επαναστατική φιλοδοξία, για τον Τσε, ήταν ο άνθρωπος να απελευθερωθεί από την αλλοτρίωσή του, να αποκτήσει πλήρη συνείδηση του κοινωνικού του είναι και να σπάσει «όλες τις αλυσίδες της αλλοτρίωσης». Μέσα σε αυτή τη λογική, η εργασία παύει να αντιμετωπίζεται απλώς ως πώληση της ανθρώπινης δύναμης για επιβίωση και αποκτά κοινωνικό περιεχόμενο, ως συνειδητή συμμετοχή στην κοινή ζωή και στη συλλογική οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας.
Ίσως γι’ αυτό τελικά η Κούβα ενοχλεί τόσο βαθιά τους εχθρούς της. Γιατί εξακολουθεί να λειτουργεί ως ένα πανανθρώπινο σχολείο απέναντι σε έναν κόσμο που μοιάζει όλο και περισσότερο με ένα απέραντο Κολοσσαίο, όπου εκατομμύρια άνθρωποι σπρώχνονται καθημερινά στην αρένα και μαθαίνουν να αλληλοσπαράζονται σαν θηρία για δουλειά, στέγη, υγεία, μόρφωση, χωρίς να στρέφουν το βλέμμα προς τον αυτοκράτορα που ορίζει τους κανόνες και κερδίζει από τη σύγκρουσή τους. Μέσα σε αυτόν τον κόσμο, το νησί της Επανάστασης εξακολουθεί να υπερασπίζεται μια διαφορετική ιδέα για την κοινωνία.
Εκεί όπου το σύστημα απαιτεί νικητές και ηττημένους, και αναπαράγει βαθιές ταξικές ανισότητες, εκεί όπου κάποιοι πρέπει να πέσουν για να ανέβουν οι άλλοι, η Κούβα επιμένει ακόμη στην ιδέα ότι η ανθρώπινη πρόοδος δεν χτίζεται πάνω στα πτώματα των ηττημένων, αλλά στην ικανότητα μιας κοινωνίας να σηκώνει τους ανθρώπους της μαζί.
Και ίσως εκεί βρίσκεται τελικά η πιο μεγάλη της πρόκληση. Όχι μόνο σε όσα πέτυχε, ούτε μόνο σε όσα αντέχει, αλλά στο ότι μας υποχρεώνει όλους εμας να κοιτάξουμε στον δικό μας κόσμο. Και τότε, μέσα σε αυτόν τον καθρέφτη, δεν βλέπουμε μόνο την Κούβα.
Βλέπουμε την απέραντη παρακμή του δικού μας κόσμου, την υποδουλωμένη μας ύπαρξη, την αλλοτρίωση και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια που οφείλουμε ακόμη να κατακτήσουμε.













