Ο «κουβάς»... Του Γιώργου Τραπεζιώτη

Αν πάντως υπάρχει ένα σταθερό μοτίβο στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη, αυτό δεν είναι άλλο από την σχεδόν… νομοτελειακή κατάληξη όλων των μεγάλων «στοιχημάτων» της στα εθνικά θέματα, στον απόλυτο κουβά – για να μιλήσουμε και με όρους στοιχήματος που ‘ναι κι επίκαιροι.

 

Όπου, μα όπου επένδυσε πολιτικά, αλλά κυρίως επικοινωνιακά, το Μαξίμου τα τελευταία χρόνια, όποιο «χαρτί» κι αν επιστράτευσε για να φιλοτεχνήσει το αφήγημα της ισχυρής, «προβλέψιμης και σταθερής συμμάχου» αλλά και της θωρακισμένης Ελλάδας, κατέρρευσε με πάταγο και σε βάρος βέβαια των εθνικών μας συμφερόντων.

 

Είτε γιατί οι περιβόητοι σύμμαχοί μας, πατώντας μάλλον επάνω στην προβλεψιμότητά μας, μας άδειασαν κανονικότατα, είτε γιατί οι «πρωταγωνιστές» αυτής της στρατηγικής, αποκαλύφθηκε συν τω χρόνω πως ενεπλάκησαν σε βαρύτατα δικαστικά και οικονομικά σκάνδαλα.

 

Δεν περιμέναμε, βέβαια, το ειλικρινές, on camera «τον ήπιαμε στο τουρκολιβυκό» από τον βουλευτή της ΝΔ Δημήτρη Καλογερόπουλο – που την αλήθεια είπε ο άνθρωπος – για να αντιληφθούμε τον ακραίο τυχοδιωκτισμό της ελληνικής διπλωματίας επί των ημερών Μητσοτάκη. Απλώς η ομολογία αυτή ήρθε για να επισφραγίσει εύγλωττα μια πραγματικότητα που φωνάζει χρόνια τώρα, από μακριά. Για την κυβέρνηση «εξωτερική πολιτική» σημαίνει δημόσιες σχέσεις, lifestyle και μπόλικη εγχώρια επικοινωνιακή κατανάλωση.

 

Η λίστα των προσώπων στα οποία τζόγαρε το Μαξίμου αποδεικνύει από μόνη της άλλωστε το μέγεθος της αποτυχίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Ρόμπερτ Μενέντεζ, ο πρώην επικεφαλής της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας των ΗΠΑ. Ο άνθρωπος που η Αθήνα λόγιζε ως τον απόλυτο σύμμαχο και ο δεξιός Τύπος αποθέωνε ως «εθνικό κεφάλαιο» (κανείς δεν ξεχνάει και τις… προτάσεις περί ονομασίας οδού σε «οδό Μενέντεζ). Τον άνθρωπο που παρουσιαζόταν ως «εγγυητής» για το μπλοκάρισμα της αγοράς των F-35 από τους Τούρκους! Τελικά, ο Μενέντεζ καταδικάστηκε από την αμερικανική Δικαιοσύνη στις 29 Ιανουαρίου 2025 σε 11 χρόνια φυλάκισης. Ως ένοχος για υποθέσεις που περιλάμβαναν από δωροδοκίες με μετρητά, χρυσό και αυτοκίνητο, μέχρι ενέργειες υπέρ ξένων συμφερόντων.

 

Την ίδια στιγμή και η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, η οποία αποχώρησε από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα έπειτα από καταγγελίες για ανάρμοστη συμπεριφορά και πιθανή κατάχρηση της θέσης της, καταγγελίες τις οποίες η ίδια αρνείται, εργαλειοποιήθηκε επικοινωνιακά από κυβερνητικούς κύκλους. Την παρουσίαζαν ως την «προνομιακή δίοδό» μας προς την Ουάσιγκτον. Αλλά και ως το «κλειδί» για άμεση, απευθείας πρόσβαση στο Οβάλ Γραφείο. Η παρουσία της στην Ελλάδα όμως έφερε στο φως άλλες πρακτικές, αφού πρώτα είχε μετατραπεί σε ένα περισσότερο κοσμικό, παρά διπλωματικό γεγονός, με κιτς χαρακτηριστικά αλλά και γεμάτο από ευκαιρίες για μπίζνες. Για τους πιο… καταφερτζήδες. Ακόμη ένα «άχαστο» ποντάρισμα του Μαξίμου που πήγε «κουβά» λοιπόν. Ένα ποντάρισμα που από κονέ με τον Τραμπ, μετεξελίχθηκε σε «πρώτο τραπέζι πίστα» στα μπουζούκια.

 

Ανάλογη μοίρα είχε και η άλλη τεράστια επικοινωνιακή – υποτίθεται διπλωματική – επένδυση. Αυτή στον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος στη διάρκεια της πρόσφατης επίσημης επίσκεψής του στην Αθήνα, σαφώς και δεν είπε όχι στο δώρο της κυβέρνησης να μιλήσει στην Πνύκα. Με τον χώρο να καταντά τελικά σε ντεκόρ για την προώθηση των γεωπολιτικών συμφερόντων των ΗΠΑ στην ευρύτερη περιοχή. Όσο για το αμερικανικό… αντίδωρο; Στην δήλωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ δεν υπήρξε ούτε λέξη ρητής καταδίκης του τουρκολιβυκού μνημονίου. Και όταν η Ουάσιγκτον κλήθηκε να τοποθετηθεί, παρέπεμψε σε διαπραγματεύσεις καλής πίστης και απευθείας διάλογο Αθήνας-Άγκυρας. Τόση η διπλωματική απόδοση της επικοινωνιακής σκηνοθεσίας;

 

Όσο για τον Χαλίφα Χάφταρ, τον αξέχαστο Λίβυο στρατάρχη στον οποίο επίσης σε πρότερο χρόνο η Αθήνα πόνταρε τυφλά για να ακυρώσει το τουρκολιβυκό σύμφωνο; Η διπλωματική προσέγγιση εξαντλήθηκε σε τραπεζώματα με… παϊδάκια προβατίνας στη Βάρη με τα φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης εκείνη την εποχή να αποθεώνουν τους «λεπτούς χειρισμούς» και την «υψηλού επιπέδου στρατηγική» εκ μέρους του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών. Σήμερα, η Τουρκία εδραιώνει την επιρροή της στη Λιβύη, με την Ελλάδα να παρακολουθεί αμήχανη τις εξελίξεις, και να αρκείται σε χλιαρές δηλώσεις υποστήριξης από την Ευρώπη – η οποία παρεμπιπτόντως ούτε που σκέφτηκε, αλλά ούτε που πιέστηκε για να επιβάλλει κυρώσεις στην Άγκυρα. Όπως σε άλλη περίπτωση, κάνει για παράδειγμα σε βάρος της Ρωσίας για την παράνομη εισβολή της στην Ουκρανία.

 

Η χώρα σε μια ιδιαιτέρως κρίσιμη χρονική στιγμή για τα εθνικά μας συμφέροντα, αλλά και σε μια χρονική στιγμή μεγάλων αλλαγών και μετατοπίσεων στην διεθνή και γεωπολιτική σκακιέρα, δείχνει εντελώς ανίκανη να ακολουθήσει τον ταχύτατο διπλωματικό βηματισμό των ανταγωνιστών της. Και η σύγκριση με το παρελθόν γίνεται αναπόφευκτα αμείλικτη.

 

Η σοβαρότητα, όσο όμως κυρίως ο σχεδιασμός της στρατηγικής της εξωτερικής μας πολιτικής στη βάση της πολυμέρειας κι όχι σε αυτή της μονομέρειας και των εξαρτήσεων, την περίοδο που ο Νίκος Κοτζιάς βρισκόταν στο τιμόνι του Υπουργείου Εξωτερικών, φαντάζουν πλέον με μακρινή πολυτέλεια μπροστά στον σημερινό επικίνδυνο ερασιτεχνισμό.

 

Μόνο που σήμερα, ουδείς ρωτά τους αρμόδιους της κυβέρνησης Μητσοτάκη για τις συνέπειες της «ακοστολόγητης» εξωτερικής της πολιτικής. Συνέπειες που απειλούν να μας κοστίσουν πολύ ακριβότερα από την ήδη απλησίαστη αμόλυβδη – ενδεχομένως κι από το πανάκριβο εισαγόμενο αμερικανικό LNG.