Οι Πανελλαδικές εξετάσεις έχουν μετατραπεί σε έναν υπερπροβεβλημένο, ψυχοφθόρο και τελικά ανούσιο μηχανισμό φιλτραρίσματος
Κάθε Μάιο θυμάμαι ότι είμαι φιλόλογος και λίγο πριν ανοίξουν τα εξεταστικά κέντρα και κλείσουν τα στομάχια των παιδιών, το θυμάμαι κάπως πιο έντονα. Όχι γιατί πιστεύω πως οι Πανελλήνιεςείναι η μεγάλη στιγμή της Παιδείας. Το αντίθετο. Γιατί κάθε χρόνο βλέπω την Παιδεία να παριστάνει τη μεγάλη στιγμή της, ενώ όλον τον υπόλοιπο χρόνο την έχουμε αφήσει να σαπίζει σε αίθουσες, πλατφόρμες, φροντιστήρια, αγχωμένα σαλόνια και οικογενειακά τραπέζια όπου το παιδί δεν είναι παιδί, αλλά επένδυση με στυλό.
Οι Πανελλαδικές εξετάσεις έχουν μετατραπεί σε έναν υπερπροβεβλημένο, ψυχοφθόρο και τελικά ανούσιο μηχανισμό φιλτραρίσματος. Πρόκειται για μια εθνική βιομηχανία άγχους που εξυπηρετεί σκοπούς πολύ διαφορετικούς από την πραγματική παιδεία. Η αγωνία των παιδιών και το κρατικό «σόου» γύρω από τις εξετάσεις δεν στήνονται τυχαία. Λειτουργούν ως το τέλειο προπέτασμα καπνού για να κρυφτεί η πλήρης, μεθοδευμένη απαξίωση του δημόσιου σχολείου.
Και κάπως έτσι μια ολόκληρη κοινωνία στήνει κάθε χρόνο γύρω από παιδιά μια τελετουργία τρόμου και μετά έχει το θράσος να τους λέει «μην αγχώνεστε». Γονείς έξω από σχολεία με νερά, στυλό, φυλαχτά και την αγωνία ζωγραφισμένη σε πρόσωπα που δεν ξέρουν αν αγωνιούν για το παιδί ή για τον εαυτό τους. Δελτία ειδήσεων που μιλούν για «μάχη». Ρεπορτάζ έξω από εξεταστικά κέντρα, λες και περιμένουμε εκλογικό αποτέλεσμα. Αναλύσεις για τα θέματα, εκτιμήσεις για τις βάσεις, καθηγητές-μάντεις, φροντιστές-στρατηγοί, συγγενείς που ρωτούν «πώς έγραψε;» με την τρυφερότητα ανακριτή.
Μια χώρα που κάνει τις εξετάσεις θρησκεία και το σχολείο αποθήκη
Οι Πανελλήνιες είναι υπερπροβεβλημένες. Αλλά δεν είναι το μέλλον. Δεν είναι η αξία ενός ανθρώπου. Δεν είναι η ευφυΐα του. Δεν είναι η προσωπικότητά του. Δεν είναι καν η εργατικότητά του πάντα. Είναι η ικανότητα ενός παιδιού να αποδώσει, μια συγκεκριμένη μέρα, σε μια συγκεκριμένη αίθουσα, μέσα σε ένα συγκεκριμένο εξεταστικό σύστημα, έχοντας πίσω του μια εντελώς διαφορετική ζωή από το παιδί που κάθεται στο διπλανό θρανίο. Κι αυτό είναι το πρώτο μεγάλο ψέμα της «αξιοκρατίας» των Πανελλήνιων. Το ίδιο θέμα πέφτει σε όλους. Η ίδια ζωή, όμως, δεν έχει πέσει σε όλους. Άλλο είναι να γράφεις έχοντας πίσω σου φροντιστήρια από τη Β’ Λυκείου, ιδιαίτερα, ήσυχο δωμάτιο, γονείς που μπορούν να πληρώνουν, σημειώσεις, τεστ προσομοίωσης, ψυχολόγο αν χρειαστεί και κάποιον να σου λέει «μην ανησυχείς, θα τα καταφέρουμε». Κι άλλο είναι να γράφεις με γονείς εξαντλημένους, με λογαριασμούς στο τραπέζι, με σπίτι που δεν ησυχάζει, με αδέλφια στο ίδιο δωμάτιο, με άγχος που δεν μπαίνει σε πρόγραμμα μελέτης και με την αίσθηση ότι δεν έχεις δικαίωμα να αποτύχεις, γιατί η αποτυχία σου θα κοστίσει περισσότερο από όσο αντέχει το σπίτι. Οι Πανελλήνιες παρουσιάζονται σαν καθαρή διαδικασία. Σαν να μπαίνουν όλοι στην αίθουσα γυμνοί από κοινωνική τάξη, οικογενειακό εισόδημα, μορφωτικό περιβάλλον, ψυχική αντοχή, τόπο κατοικίας, πρόσβαση σε βοήθεια. Μόνο που κανείς δεν μπαίνει γυμνός στην αίθουσα. Ο καθένας κουβαλάει μαζί του το σπίτι του. Και στην Ελλάδα, τα σπίτια δεν είναι όλα ίδια.
Ο Ο.Ο.Σ.Α. περιγράφει τις Πανελλήνιες ως εξετάσεις υψηλό διακύβευμα που επηρεάζει τη συμπεριφορά μαθητών, εκπαιδευτικών και οικογενειών. Σημειώνει ότι η τελευταία τάξη του Λυκείου συχνά προσανατολίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην προετοιμασία για τις εξετάσεις, στενεύοντας τη διδασκαλία γύρω από την εξεταστέα ύλη, ενώ η λογική αυτή ενισχύει την εξωσχολική εκπαίδευση, τα φροντιστήρια, τα ιδιαίτερα και τελικά τις ανισότητες, αφού η πρόσβαση σε αυτή την υποστήριξη απαιτεί χρήματα. Αυτό είναι το σχολείο μας ή, καλύτερα, αυτό αφήσαμε να γίνει το σχολείο μας.
Το σχολείο δεν κατέρρευσε. Το εγκαταλείψαμε οργανωμένα
Το δημόσιο σχολείο δεν απαξιώθηκε ξαφνικά, δεν του έπεσε ένας μετεωρίτης απλώς το απαξιώσαμε όλοι, ο καθένας από τη θέση του, άλλος με ευθύνη, άλλος με ανάγκη, άλλος με κυνισμό.
Οι γονείς το επικαλούνται όταν θέλουν βαθμούς, αλλά δεν το εμπιστεύονται όταν θέλουν μόρφωση. Οι μαθητές καταλαβαίνουν νωρίς πως το πρωινό μάθημα είναι συχνά το υποχρεωτικό πέρασμα πριν από το «κανονικό» μάθημα του απογεύματος. Οι καθηγητές καλούνται να διδάξουν, να αξιολογήσουν, να συμπληρώσουν πλατφόρμες, να κυνηγήσουν ύλη, να αποδείξουν ότι δουλεύουν, να απορροφήσουν οργές γονιών, να αντέξουν την αδιαφορία μαθητών και στο τέλος να φταίνε κιόλας που το σχολείο δεν εμπνέει.
Το δημόσιο σχολείο δεν έχασε κύρος. Και το κύρος, όταν το χάσεις, δεν το ξαναφέρνεις με εγκυκλίους. Δεν το ξαναφέρνεις με αξιολογήσεις που μοιάζουν περισσότερο με διοικητική επιτήρηση παρά με παιδαγωγική στήριξη. Το φέρνεις πίσω μόνο αν αποφασίσεις ότι η γνώση δεν είναι προθέρμανση για τις εξετάσεις κι ότι ο εκπαιδευτικός δεν είναι ούτε τεμπέλης δημόσιος υπάλληλος, ούτε ψυχολογικός σάκος του κάθε αγχωμένου γονιού.
Άρθρο 16, ΕΒΕ & ιδιωτικές πόρτες
Η απαξίωση, βέβαια, δεν ήταν ατύχημα. Δεν ξυπνήσαμε μια μέρα και βρήκαμε το σχολείο κουρασμένο, το πανεπιστήμιο υπονομευμένο και την Παιδεία διαιρεμένη σε δημόσια υπόσχεση και ιδιωτική λύση. Το χτίσαμε. Το άρθρο 16 δεν είναι μια τεχνική κουβέντα για συνταγματολόγους και πάνελ. Είναι το συμβολικό κέντρο μιας σύγκρουσης για το αν η εκπαίδευση είναι δημόσιο αγαθό ή προϊόν. Είναι το πανεπιστήμιο χώρος κοινωνικής πρόσβασης ή αγορά τίτλων; Και η απάντηση δόθηκε, όπως δίνεται συνήθως στην Ελλάδα, με μια ωραία πολιτική ειρωνεία. Ο νόμος 5094/2024 έχει τίτλο «Ενίσχυση του Δημόσιου Πανεπιστημίου» και την ίδια στιγμή θεσπίζει πλαίσιο λειτουργίας μη κερδοσκοπικών παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων.
Αρκεί να δει κανείς την συνολική εικόνα. Από τη μία, παιδιά που περνούν από Πανελλήνιες, μόρια, άγχος, βάσεις, μηχανογραφικά και αποκλεισμούς. Από την άλλη, μια παράλληλη αγορά τίτλων, επαγγελματικών ισοδυναμιών, ιδιωτικών διαδρομών, εκπαιδευτικών προϊόντων που είναι αρκετά για να τραυματίσουν ακόμη περισσότερο το κύρος του δημόσιου πτυχίου και να περάσουν στην κοινωνία το απλό μήνυμα πως αν δεν χωράς από τη δημόσια πόρτα, υπάρχουν κι άλλες είσοδοι. Αρκεί να μπορείς να τις πληρώσεις.
Ήρθε και η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής για να βάλει άλλη μία σφραγίδα. Όχι ως παιδαγωγική λύση, αλλά ως φίλτρο. Το 2021, πρώτη χρονιά εφαρμογής της, υπολογίστηκε ότι 26.452 υποψήφιοι θα έμεναν εκτός πανεπιστημίων λόγω ΕΒΕ. Δηλαδή, το δημόσιο πανεπιστήμιο έγινε δυσκολότερο για χιλιάδες παιδιά, την ώρα που η αγορά γύρω από την εκπαίδευση αναλάμβανε να ψιθυρίσει στους γονείς «μην ανησυχείτε, υπάρχουν επιλογές». Επιλογές, φυσικά, για όσους έχουν να πληρώσουν.
Ο νόμος Κατρούγκαλου, ο ν. 4387/2016, δεν είναι εκπαιδευτικός νόμος. Είναι όμως μέρος του κόσμου στον οποίο στέλνουμε τελικά αυτά τα παιδιά, ενός κόσμου όπου η παλιά αλυσίδα «σπουδές, δουλειά, ασφάλεια, σύνταξη» έχει σπάσει. Το ασφαλιστικό, η εργασιακή ανασφάλεια, η διαρκής αίσθηση ότι τίποτα δεν εγγυάται τίποτα, δεν είναι ξένα προς την Παιδεία. Είναι το τέλος του δρόμου στον οποίο σπρώχνουμε τα παιδιά με τόσο πανηγυρική σοβαρότητα.
Πτυχία, μεταπτυχιακά, πιστοποιήσεις & μετά βασικός μισθός
Αφού, λοιπόν, έχουμε στήσει αυτό το σύστημα, αφού έχουμε πείσει τα παιδιά ότι από τις Πανελλήνιες περνάει το μέλλον τους, αφού έχουμε κάνει τις οικογένειες να πληρώνουν χρόνια φροντιστήρια, αφού έχουμε μετατρέψει τη Γ’ Λυκείου σε προθάλαμο νευρικής κατάρρευσης, τους λέμε το επόμενο ψέμα, «μάζεψε προσόντα για να σωθείς». Κάνε μεταπτυχιακό. Μάθε αγγλικά. Μάθε δεύτερη γλώσσα. Πάρε πιστοποίηση. Γίνε ευέλικτος. Γίνε διαθέσιμος. Γίνε κάτι τέλος πάντων που να αντέχει να πληρώνεται σαν να μην έγιναν ποτέ όλα αυτά. Τους λέμε να μαζέψουν πτυχία σαν φυλαχτά και μετά τους ζητάμε να πουν τα 920€ «ευκαιρία».
Κι αν δεν το πουν; Αν κοιτάξουν λίγο πιο πέρα; Τότε έρχεται η άλλη μεγάλη ελληνική συμβουλή, ειπωμένη με μισή περηφάνια και μισή παραίτηση: «φύγε έξω, εδώ δεν έχει τίποτα».
Παιδιά που φεύγουν επειδή ο τόπος τους τα εκπαίδευσε, τα εξέτασε, τα άγχωσε, τα μέτρησε, τα ταπείνωσε και στο τέλος τούς πρόσφερε μια ζωή που δεν βγαίνει. Το brain drain είναι η απόδειξη ότι η χώρα ζητά από τα παιδιά προσόντα ευρωπαϊκού βιογραφικού και τους προσφέρει ζωή ελληνικού ενοικίου. Ας σταματήσουμε να κάνουμε τους έκπληκτους μπροστά στο άγχος των μαθητών. Το δημιουργήσαμε. Το οργανώσαμε. Το βαφτίσαμε «κίνητρο». Το πουλήσαμε ως «αριστεία». Το ντύσαμε με την ψευδαίσθηση ότι όποιος προσπαθεί αρκετά, θα ανταμειφθεί. Κι όταν τα παιδιά μας κοιτάζουν κουρασμένα, τρομαγμένα, άδεια, τους λέμε ότι πρέπει να έχουν και ψυχραιμία.
Δεν είναι το τέλος του κόσμου μια κακή βαθμολογία
Με θυμώνει περισσότερο η γλώσσα. «Επιτυχόντες» και «αποτυχόντες». Παιδιά 17 χρονών βαφτίζονται επιτυχημένα ή αποτυχημένα πριν προλάβουν να ζήσουν. Πριν προλάβουν να αλλάξουν γνώμη. Πριν προλάβουν να καταλάβουν ποιοι είναι έξω από το σχολικό πρόγραμμα, έξω από το φροντιστήριο, έξω από το βλέμμα των γονιών που αγωνιούν τόσο πολύ για το μέλλον τους, ώστε πολλές φορές ξεχνούν να δουν το παρόν τους.
Δεν είναι το τέλος του κόσμου μια κακή βαθμολογία. Δεν είσαι ο βαθμός σου. Δεν είσαι το μηχανογραφικό σου. Δεν είσαι η σχολή που πέρασες ή δεν πέρασες. Δεν είσαι η αγωνία της μητέρας σου, η ματαίωση του πατέρα σου, η πρόβλεψη του φροντιστή σου, το στατιστικό ενός δελτίου ειδήσεων.
Δεν χρωστάς στους μεγάλους να σώσεις όσα δεν σώθηκαν για εκείνους. Δεν χρωστάς σε μια χώρα να αποδείξεις ότι λειτουργεί ένα σύστημα που η ίδια έχει διαλύσει. Δεν χρωστάς σε κανέναν να γίνεις η απόδειξη μιας αξιοκρατίας που υπάρχει κυρίως στα διαφημιστικά φυλλάδια των φροντιστηρίων και στις ομιλίες των υπουργών.
Οι Πανελλήνιες θα περάσουν. Όπως περνούν όλα τα μεγάλα δράματα που στήνει η κοινωνία πάνω στις πλάτες των παιδιών για να μη μιλήσει για τις δικές της αποτυχίες.
Τα σημαντικότερα έρχονται μετά.
Κι, ευτυχώς, δεν βαθμολογούνται όλα με άριστα το 20.












