Ποιος είναι ο περιβόητος «λεβέντης μέσος Έλληνας» και πόσα κοινά έχεις μαζί του;

Ο Βασίλης Παπανδρέου γράφει τον «ελέφαντα στο δωμάτιο», που χθες στη Θεσσαλονίκη πήρε τη μορφή αγανακτισμένου διαδηλωτή ποντιακής (;) καταγωγής με παιδί στην αγκαλιά και έχει πάρει στα χέρια του τις «τύχες» της χώρας. Και μπράβο του!

 

 

 

Ας μετρηθούμε λοιπόν!

 

Πόσοι είμαστε «εμείς» και πόσοι οι «άλλοι»; Τι κοινά έχουμε; Πόσα πράγματα -πέραν του μπουζουκιού, του Αιγαίου και του Γκάλη- μας συνδέουν; Πόσο άνετα θα νιώθαμε αν τα παιδιά μας περνούσαν χρόνο στο σπίτι των «απέναντι». Γιατί δυστυχώς, σε αυτό το σημείο βρισκόμαστε. Οι μεν και οι δε με μοναδικό κοινό χαρακτηριστικό την κοινή γλώσσα.

 

Η Ελλάδα εδώ και χρόνια έχει πάρει έναν δρόμο χωρίς επιστροφή και -κατά τη γνώμη μου- χωρίς σωτηρία. Τα social media πήραν μια κοινωνία με χαμηλό επίπεδο μόρφωσης και παιδείας και την «ανατίναξαν». Της έδωσαν τη χαριστική βολή ημιμάθειας, που χρειαζόταν για να κυλήσει στο βούρκο. 

 

Και τώρα; Τώρα, πρέπει να πούμε αλήθειες, να ξεχάσουμε τα «παραμύθια» για εθνική ομόνοια και συνεννόηση και κυρίως να διαχωρίσουμε την κοινή γνώμη από την κοινή λογική.

 

Όχι, δεν είμαστε όλοι ίδιοι, δεν έχουμε κοινά συμφέροντα, κοινές αγωνίες και κοινά όνειρα για το μέλλον, πέραν του αυτονόητου, της υγείας για εμάς και για τα αγαπημένα μας πρόσωπα.

 

Σε όλους τους υπόλοιπους τομείς, η ελληνική είναι μια βαθιά διχασμένη κοινωνία, γεμάτη μίσος, συμπλέγματα κατωτερότητας και ψωροπερηφάνιας, που μέρα με τη μέρα γίνεται όλο και πιο αποκρουστική. Μια χώρα, που μοιάζει να έχει αφήσει τις τύχες της στον... θεό ήλιο, το μοναδικό «εθνικό προϊόν» που δεν έχει χάσει τη λάμψη του από την παρατεταμένη οικονομική και κοινωνική κρίση. Κατά τα λοιπά, με απαρχή την παιδεία, βρισκόμαστε σε απελπιστική κατάσταση και δυστυχώς χωρίς ελπίδα «επιστροφής» στην... κοινή λογική.

 

Ποιος είναι αυτός ο περιβόητος «λεβέντης μέσος Έλληνας»;

 

Είναι αυτός που θεωρεί την ομάδα του «τρόπο ζωής» και τη φανέλα της «ιερό σύμβολο».

 

Είναι αυτός που θεωρεί ότι έχει δικαίωμα να κλείνει τους δρόμους, γιατί... έχει δίκιο.

 

Είναι αυτός που παρκάρει όπου θέλει, οδηγεί όπως θέλει και καπνίζει όταν θέλει.

 

Είναι αυτός που ποστάρει στα social media ό,τι οι κακοί ξένοι απεργάζονται σκοτεινά σχέδια κατά της αδάμαστης πατρίδας.

 

Είναι αυτός που προσπαθεί απεγνωσμένα να «ρίξει» μια ωραία γκόμενα, αλλά θεωρεί όλες τις ωραίες γκόμενες «βίζιτες».

 

Είναι αυτός που θεωρεί τους gay «ανώμαλους» και τους Αμβρόσιους «φυσιολογικούς».

 

Είναι αυτός που βρίζει το κατεστημένο και κάθε βράδυ ονειρεύεται να γίνει ο ίδιος κατεστημένο.

 

Είναι αυτός που πιστεύει ότι είναι «παιδί» ενός ανώτερου θεού.

 

Είναι αυτός που τραγουδούσε «δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ Αλβανέ», πιστεύοντας ότι κάθε λαός της οικουμένης έχει όνειρο να αποκτήσει ελληνικό διαβατήριο.

 

Είναι αυτός που θεωρεί «αναφαίρετο» το δικαίωμα του να «βολευτεί».

 

Είναι αυτός που «καταδικάζει μεν, αλλά...»

 

Είναι αυτός που θέλει οι νόμοι να εφαρμόζονται μόνο για τους άλλους, αλλά όταν έρχεται η σειρά του, φωνάζει έξαλλος «έμενα βρήκατε ρε;»

 

Είναι αυτός που αντιμετωπίζει τον αθλητισμό ως εκτόνωση και όχι ως ψυχαγωγία.

 

Είναι αυτός που θεωρεί ότι «η θέση της γυναίκας είναι στην κουζίνα» και «αν πέσει και καμιά φάπα, δεν έγινε τίποτα...»

 

Είναι αυτός που λατρεύει τον «ηγέτη» (και τις «μεθόδους του) της δική του ομάδας και μισεί τον «δίδυμο αδελφό» του που ηγείται (με τον ίδιο τρόπο) στην αντίπαλη ομάδα.

 

Είναι αυτός που φώναζε οργισμένος «να καεί το μπουρδέλο η Βουλή».

 

Είναι αυτός που θεωρεί τις δικές του θρησκευτικές ανάγκες σημαντικότερες από τις ανάγκες -ή της μη ανάγκες- των συμπολιτών του.

 

Είναι αυτός που θεωρεί περίπου ντροπή να μαζέψει τα περιττώματα του σκύλου του.

 

Είναι αυτός που πιστεύει ότι όποτε χάνει, τον έχει «στήσει» η διαιτησία, η μαφία, η λέσχη Μπίλντερμπεργκ, αλλά όταν κερδίζει, το έχει κάνει με την αξία του και κόντρα σε όλους και σε όλα.

 

Είναι αυτός που θεωρεί «μαγκιά» του να κερατώνει και «προδοσία» αν τον κερατώσουν.

 

Είναι αυτός που φοβάται το ξένο, το διαφορετικό, το περίεργο.

 

Είναι αυτός που έχει αναγάγει την κουτοπονηριά σε «εθνικό ιδεώδες».

 

Είναι αυτός που ποινικοποιεί την επιτυχία, τον πλούτο, τη χαρά κάθε είδους.

 

Είναι αυτός που θεωρεί μια ήττα «καταστροφή».

 

Είναι αυτός που νιώθει περηφάνια για την Ακρόπολη και τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, αλλά η τελευταία του επίσκεψη σε μουσείου χρονολογείται στο δημοτικό σχολείο.

 

Είναι αυτός που θεωρεί δικαίωμά του να δέρνει, να προπηλακίζει, να πετάει γιαούρτια σε όποιον διαφωνεί μαζί του.

 

Είναι αυτός που επιμένει ότι η «Χούντα έκανε δρόμους», αλλά κι αυτός που πιστεύει ότι τα «γκούλαγκ» ήταν λιγότερο φρικαλέα από τα «στρατόπεδα συγκέντρωσης».

 

Είναι αυτός που δεν εμβολιάζει τα παιδιά του, γιατί... Ειλικρινά, αυτό δεν μπορώ να μπω καν στη διαδικασία να το αναλύσω.

 

Είναι αυτός που ανέχεται τους νεοναζί, γιατί «θα ρίξουν φάπες στα λαμόγια».

 

Είναι αυτός επιμένει να πιστεύει ότι οι «κακοί ξένοι έφεραν την Ελλάδα μας στο σημείο που είναι σήμερα».

 

Είναι αυτός που μοιράζει καρκίνους και κατάρες, επειδή κάποιος προτιμάει τον Διαμαντίδη από τον Σπανούλη και τούμπαλιν.

 

Είναι αυτός που έχει κάνει ως αξίωμα στη ζωή του ότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».

 

Είναι αυτός που «φιλάει ευλαβικά το χέρι του προύχοντα», ελπίζοντας σε ένα ξεροκόμματο.

 

Είναι αυτός που θεωρεί υποχρέωσή του να δικαιολογεί τις καφρίλες, όταν αυτές προέρχονται από τους «δικούς του».

 

Είναι αυτός που θεωρεί μεγαλύτερη επιτυχία στη ζωή του την κομπίνα.

 

Μέσος Έλληνας δεν είναι αυτός που προπηλάκισε τον Μπουτάρη. Είναι αυτός που τον «δικαιολόγησε» στα social media...

 

Ο μέσος Έλληνας είμαι εγώ, εσύ, οι φίλοι μας, οι συγγενείς μας, οι γνωστοί μας.

 

Είναι «χρέος» στα παιδιά και κυρίως στα εγγόνια μας να «νικήσουμε» τον μέσο Έλληνα μέσα μας.

 

Πριν λίγα χρόνια, στα social media. γράφτηκε ότι αν μια μέρα ο «θεός» αποφασίσει να πραγματοποιήσει όλες τις ευχές των κατοίκων της Ελλάδας, το επόμενο πρωί, θα ξυπνήσουμε και θα λείπουν... 11,000,000 κατσίκες.

 

Αυτός είναι ο «μέσος Έλληνας» του 2018 και είναι ανυπόφορος. Απομόνωσέ τον, αρχικά από τον καθρέφτη σου και στη συνέχεια από τον περίγυρό σου. 

 

Υγ: Όχι, όσοι ψηφίζουν τους νεοναζί δεν ανήκουν στην κατηγορία του μέσου Έλληνα. Κατακάθια της κοινωνίας είναι, που θα αναγκάσουν τα παιδιά και τα εγγόνια τους να ψάχνουν τρόπο να σβήσουν τα ηλεκτρονικά «ίχνη» τους, για να γλιτώσουν από την κατακραυγή.

 

Υγ2: Είχα γράψει ένα «παρόμοιο» κείμενο, τον Σεπτέμβριο του 2013, την επομένη της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα. Τότε, έγραφα μέσα στο γήπεδο, την ώρα του ημιτελικού του Eurobasket της Σλοβενίας. Το σημερινό, του οποίου αφορμή ήταν τα αίσχη κατά του Μπουτάρη, τα γράφω την ώρα του τελικού της Euroleague, στο Βελιγράδι. Πέρασαν σχεδόν 5 χρόνια. Τίποτα δεν άλλαξε. Χειρότεροι γίναμε!

 

Δώσαμε τον «πόλεμο» κατά της καφρίλας και ηττηθήκαμε κατά κράτος...

 

* Η κεντρική φωτογραφία είναι «δανεισμένη» από τον "Mr. Panos", ένα -παλιό- καταπληκτικό σατυρικό κανάλι του Ελληνοαμερικανού κωμικού ηθοποιού Yannis Pappas, που περιγράφει γλαφυρά τη νοοτροπία της ελληνικής ομογένειας στις ΗΠΑ.

 

gazzetta.gr