Μόνικα Αρτινού
Ηαπρόσμενη ανακάλυψη ενός χαμένου φύλλου από το περίφημο παλίμψηστο του Αρχιμήδη στο Μουσείο Καλών Τεχνών της Μπλουά, έρχεται να ανασυνθέσει ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας των μαθηματικών αλλά και της περιπετειώδους διαδρομής του ίδιου του χειρογράφου.
Με τον όρο παλίμψηστο περιγράφονται αρχαία κείμενα σε παπύρους και περγαμηνές ή ζωγραφικοί πίνακες που επικαλύφθηκαν με άλλο κείμενο ή εικόνα σε μεταγενέστερη εποχή, για να χρησιμοποιηθούν ξανά ως βάση για τη δημιουργία νεότερων έργων.
Ο ιστορικός της φιλοσοφίας και των επιστημών της αρχαιότητας, Βίκτωρ Γκιζεμπέργκ, διευθυντής ερευνών στο Γαλλικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (CNRS) , είναι ο άνθρωπος που εντόπισε το φύλλο – μια σελίδα που θεωρούνταν χαμένη για περισσότερο από έναν αιώνα.
Η ανακάλυψη ξεκίνησε σχεδόν τυχαία: στις «ώρες χαλάρωσης» του, όπως δήλωσε ο ίδιος, συνηθίζει να πληκτρολογεί στο Google τη λέξη «palimpseste» μαζί με το όνομα μιας πόλης. Έτσι, τον Οκτώβριο του 2025, έγραψε για αστείο «palimpseste Blois» και έπεσε πάνω σε ένα ψηφιοποιημένο χειρόγραφο που δεν είχε καταγραφεί σε κανέναν κατάλογο.
Από την οθόνη του υπολογιστή του πέρασε «μια ολόκληρη βραδιά» προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσει το έγγραφο . Η ημιεξαφανισμένη γραφή, τα γεωμετρικά σχήματα και μια πρόχειρα προστιθέμενη εικονογράφηση τού κίνησαν έντονα την περιέργεια. Συγκρίνοντας τις ενδείξεις με τις λίγες γνωστές φωτογραφίες του παλίμψηστου του Αρχιμήδη, κατέληξε ότι είχε μπροστά του ένα από τα χαμένα φύλλα.
Το παλίμψηστο, με ιστορία χιλίων ετών, πέρασε από πολλαπλές μεταμορφώσεις και μετακινήσεις. Η αρχική αντιγραφή του έργου του Αρχιμήδη, πιθανώς περιλαμβάνοντας θεωρήματα από τη «Σφαίρα και Κύλινδρο», έγινε τον 10ο αιώνα.
Όμως, δύο αιώνες αργότερα, ο πάπυρος ξύστηκε και χρησιμοποιήθηκε εκ νέου από έναν αντιγραφέα που έγραψε από πάνω θρησκευτικό ελληνικό κείμενο – μια συνηθισμένη πρακτική, καθώς η παραγωγή περγαμηνής απαιτούσε ολόκληρο κοπάδι ζώων.
Ετσι ο ανώνυμος γραφέας του Μεσαίωνα δεν δίστασε να σβήσει ένα από τα σημαντικότερα κείμενα των μαθηματικών.
Στη συνέχεια, το χειρόγραφο βρέθηκε στην Ιερουσαλήμ και αργότερα στην Κωνσταντινούπολη, όπου εντοπίστηκε το 1906 από τον Δανό φιλόλογο Γιοχάν Λούντβιχ Χέιμπεργκ, ο οποίος φωτογράφισε τις 177 τότε σωζόμενες σελίδες.
Μετά εξαφανίστηκε σε ιδιωτική συλλογή στη Γαλλία, για να επανεμφανιστεί στις δεκαετίες του 1990, πλέον καλυμμένο με ψεύτικες εικονογραφήσεις που απέκρυπταν μέρος από το κείμενο του Αρχιμήδη .
Παρά τις διεκδικήσεις από την Ελλάδα και την Ιερουσαλήμ, το παλίμψηστο βγήκε σε δημοπρασία και πωλήθηκε έναντι 2,2 εκατ. δολαρίων. Ο σημερινός ανώνυμος ιδιοκτήτης το έχει παραχωρήσει στο Walters Art Museum της Βαλτιμόρης, για συντήρηση και μελέτη.
Ωστόσο, από τις 177 σελίδες που κατέγραψε ο Χέιμπεργκ, το σημερινό χειρόγραφο διαθέτει μόνο 174. Τρεις σελίδες είχαν διαφύγει. Σύμφωνα με τον Γκιζεμπέργκ, τον 20ό αιώνα το παλίμψηστο ανήκε στη γαλλική οικογένεια του Σαλομών Γκερσόν (Salomon Guerson), εβραϊκής καταγωγής.
Πιστεύεται ότι, κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, πούλησε ορισμένα φύλλα για να σώσει τη ζωή του, προσθέτοντας μάλιστα εκ των υστέρων ψεύτικες εικονογραφήσεις για να αυξήσει την αξία τους. Μία από αυτές τις σελίδες κατέληξε στην κατοχή του Αντρέ Φρανκ, ο οποίος, μετά τον θάνατό του, δώρισε τη συλλογή του στο μουσείο της Μπλουά .
Η συγκριτική ανάλυση επιβεβαίωσε με σαφήνεια ότι πρόκειται για το φύλλο υπ’ αριθμόν 123 του παλίμψηστου. Στη μία πλευρά, προσευχές καλύπτουν εν μέρει γεωμετρικά σχήματα και αποσπάσματα από το έργο «Περί σφαίρας και κυλίνδρου», Βιβλίο Ι, Προτάσεις 39–41, οι οποίες παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αναγνώσιμες.
Ο Γκιζεμπέργκ σημειώνει ότι πρόκειται για μια πραγματεία σχετική με εμβαδά και όγκους, με επίπεδο δυσκολίας πολύ υψηλό,
Ο Γκιζεμπέργκ σχεδιάζει τώρα τις πρώτες σύγχρονες απεικονιστικές αναλύσεις του φύλλου, με χρήση επιταχυντή σωματιδίων ώστε να ανακτηθεί το κείμενο που καλύπτεται από την εικονογράφηση – μια τεχνολογία σαφώς πιο εξελιγμένη από αυτήν που χρησιμοποιήθηκε στις ΗΠΑ πριν από είκοσι χρόνια .
Η ανακάλυψη ενδέχεται να ωθήσει και άλλα γαλλικά μουσεία ή βιβλιοθήκες να αναζητήσουν τα δύο τελευταία χαμένα φύλλα. Ο Γκιζεμπέργκ απευθύνει δημόσια έκκληση: όσοι έχουν παράξενα χειρόγραφα με εικονογραφήσεις και γεωμετρικά σχήματα, ίσως κρατούν ακόμη ένα κομμάτι του παλίμψηστου – «το παιχνίδι του θησαυρού συνεχίζεται».

Το φύλλο που βρέθηκε στο Μπλουά. Το αντίγραφο του αρχαίου έργου, που χρονολογείται στον 10ο αιώνα, είναι κρυμμένο από ένα θρησκευτικό κείμενο που γράφτηκε από πάνω του τον 12ο ή 13ο αιώνα. (Μουσείο Καλών Τεχνών Μπλουά /Γαλλικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών)

Το πίσω μέρος του φύλλου που βρέθηκε στο Μπλουά. Το αντίγραφο του αρχαίου κειμένου είναι εντελώς καλυμμένο από μια εικονογράφηση. (Μουσείο Καλών Τεχνών Μπλουά/Γαλλικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών)











