Υπάρχουν ειδήσεις που δεν τις διαβάζεις πια, τις αναγνωρίζεις από τον ήχο τους. Από εκείνο το γνώριμο «άλλη μία» που προηγείται της φρίκης και την κάνει σχεδόν διαχειρίσιμη.
Άλλη μία γυναίκα νεκρή. Άλλη μία γυναικοκτονία. Άλλη μία χώρα που προσποιείται ότι δεν ήξερε.
Κι ύστερα αρχίζει το ρεπορτάζ. Το πάνελ. Ο τίτλος. Η «ζήλια». Ο «καβγάς». Η «κακιά στιγμή». Το θύμα που καλείται, από τον τάφο του πια, να απολογηθεί για το πώς ζούσε.
Η χώρα που δεν πέφτει πια από τα σύννεφα
Δεν ξέρω πόσες φορές μπορεί να πέσει μια κοινωνία από τα σύννεφα πριν παραδεχτεί ότι κατοικεί μόνιμα εκεί. Ότι έχει χτίσει αυθαίρετο πάνω στην υποκρισία της, με θέα την ατιμωρησία και πάρκινγκ για την επόμενη τραγωδία.
Η 39χρονη Βασιλική στην Καλαμάτα δεν είναι «άλλη μία υπόθεση». Είναι άλλη μία γυναίκα που δολοφονήθηκε μέσα στο σπίτι της, εκεί όπου υποτίθεται ότι αρχίζει η ασφάλεια.
Εκεί όπου, στην Ελλάδα της οικογένειας, της θρησκείας και των αξιών, μια γυναίκα μπορεί να φωνάζει για βοήθεια και η κοινωνία να ακούει μόνο όταν είναι πια αργά.
Δεν υπάρχει «οικογενειακή τραγωδία» εδώ. Υπάρχει γυναικοκτονία. Υπάρχει έμφυλη βία. Υπάρχει μια χώρα που ξέρει πολύ καλά να ανάβει κεράκια μετά, αλλά όχι να κρατά ανθρώπους ζωντανούς πριν.
Kαι κάπως έτσι, η Ελλάδα μοιάζει όλο και περισσότερο με σύγχρονο Φαρ Ουέστ. Όχι επειδή όλοι κυκλοφορούν με πιστόλια στη μέση, αν και ούτε αυτό ακούγεται πια τόσο μακρινό, αλλά επειδή η βία έχει γίνει τρόπος διευθέτησης.
Στο σπίτι, στον δρόμο, στο γήπεδο, στο γραφείο, στο αστυνομικό τμήμα, στο πάνελ. Ο καθένας με το όπλο του. Άλλος με μαχαίρι. Άλλος με μικρόφωνο. Άλλος με τίτλο εφημερίδας.
Πρώτα τη σκοτώνουν, μετά ψάχνουν τι φορούσε
Υπάρχει κάτι βαθιά μεσαιωνικό στον τρόπο που ένα κομμάτι των ΜΜΕ διαχειρίζεται τις γυναικοκτονίες. Δεν αρκεί να ενημερώσει. Πρέπει να υπαινιχθεί. Δεν αρκεί να περιγράψει. Πρέπει να ψάξει στο θύμα το ελάττωμα που θα κάνει τον θύτη λίγο πιο ανθρώπινο.
«Ξενυχτούσε». «Τον προκαλούσε». «Χόρευε». «Ντυνόταν προκλητικά». «Ήταν ζηλιάρης». «Την αγαπούσε πολύ». «Δεν άντεξε».
Λες και υπάρχει κάποιο ειδικό λεξικό για να ξεπλένεται το αίμα με επίθετα. Λες κι αν μια γυναίκα χόρευε, γελούσε, έβγαινε, ντυνόταν όπως ήθελε, μιλούσε σε όποιον ήθελε, τότε η δολοφονία της αποκτά υποσημείωση.
Λες και το πρόβλημα δεν είναι ότι κάποιος τη σκότωσε, αλλά ότι εκείνη δεν φρόντισε να είναι αρκετά αόρατη για να επιβιώσει.
Κι αν πρώτη δολοφονία γίνεται με μαχαίρι, η δεύτερη γίνεται με τίτλο. Η πρώτη αφαιρεί τη ζωή. Η δεύτερη αφαιρεί την αξιοπρέπεια.
Και γίνεται δημόσια, κανονικά, με διαφημιστικό διάλειμμα, με σοβαροφανείς παρουσιαστές, με «ειδικούς» που ψάχνουν το προφίλ του δράστη και με δημοσιογραφία που βάζει το θύμα στο εδώλιο επειδή δεν μπορεί πια να απαντήσει.
Δεν είναι αθώες οι λέξεις. Δεν είναι απλώς κακή διατύπωση. Είναι πολιτική θέση. Όταν λες «ζήλια», κρύβεις τον έλεγχο.
Όταν λες «οικογενειακή τραγωδία», κρύβεις τη γυναικοκτονία. Κι όταν ψάχνεις τι έκανε το θύμα πριν δολοφονηθεί, έχεις ήδη αποφασίσει ότι κάπου, με κάποιον τρόπο, έφταιγε.
Στο θεοκρατικό Ελλαδιστάν των ανάποδων προτεραιοτήτων
Και μετά απορούμε. Στο θεοκρατικό Ελλαδιστάν, όπου η ηθική διδάσκεται από άμβωνες, πάνελ και πρωινάδικα, αλλά η προστασία της ζωής μένει πάντα για την επόμενη νομοθετική πρωτοβουλία, πώς ακριβώς να μη συμβαίνουν αυτά;
Ζούμε σε μια χώρα που έχει πάντα λεφτά για σύμβολα, τελετές, επικοινωνία, αστυνομική φιγούρα και ηθικολογία. Αλλά όταν έρχεται η ώρα για κοινωνικές δομές, σχολεία, ψυχική υγεία, στήριξη κακοποιημένων γυναικών, αξιοπρεπείς μισθούς, στέγη για εκπαιδευτικούς, νοσοκομεία που να μην καταρρέουν και κράτος που να προλαβαίνει αντί να συλλυπείται, ξαφνικά ανοίγει η μεγάλη τρύπα του προϋπολογισμού.
Εκεί μέσα πέφτουν όλα. Οι γυναίκες που ζητούν βοήθεια. Τα παιδιά που μεγαλώνουν μετά το τραύμα. Οι καθηγητές που ψάχνουν σπίτι και βρίσκουν ενοίκια-ανέκδοτα. Οι νέοι που δουλεύουν για να πληρώνουν το δικαίωμα να είναι κουρασμένοι. Οι άνθρωποι που καλούνται να ζήσουν αξιοπρεπώς σε μια χώρα που τους θυμάται μόνο όταν θέλει να τους κουνήσει το δάχτυλο.
Δεν είναι άσχετα όλα αυτά. Η γυναικοκτονία δεν συμβαίνει σε κενό. Συμβαίνει σε μια κοινωνία που ανέχεται τον έλεγχο ως «ενδιαφέρον», τη ζήλια ως «αγάπη», την πατριαρχία ως «παράδοση», τη σιωπή ως «οικογενειακή υπόθεση» και την υποταγή ως «καλό χαρακτήρα».
Κι όταν το κράτος κάνει τον αυστηρό πατέρα σε όλα τα λάθος σημεία, όταν η Εκκλησία, τα κανάλια και οι νοικοκυραίοι μιλούν περισσότερο για το τι πρέπει να κάνει μια γυναίκα με το σώμα της παρά για το πώς θα προστατευτεί η ζωή της, τότε μην πέφτουμε από τα σύννεφα.
Μια γυναικοκτονία ανάμεσα σε δύο διαφημίσεις
Το πιο τρομακτικό δεν είναι μόνο ότι μια γυναίκα δολοφονήθηκε. Το πιο τρομακτικό είναι πόσο γρήγορα μπορούμε να το εντάξουμε στη ροή της ημέρας. Γυναικοκτονία του ενός λεπτού. Μετά ακρίβεια. Μετά Τσίπρας. Μετά καύσωνας. Μετά τουρισμός. Μετά ένα viral βίντεο. Μετά «πάμε σε διαφημίσεις και επιστρέφουμε».
Η προπαγάνδα δεν χρειάζεται πάντα να λέει ψέματα. Μερικές φορές αρκεί να βάζει τη φρίκη στη σωστή θέση. Όχι πολύ ψηλά, μη χαλάσει η διάθεση, ούτε πολύ χαμηλά, μη φανεί ότι αδιαφορούμε. Τόσο όσο. Να προκαλέσει ένα «τι ζούμε» στο σαλόνι και μετά να συνεχίσουμε.
Έτσι μια γυναικοκτονία γίνεται «αναφορά», «στατιστική», «είδηση» κι όχι κοινωνικό σύμπτωμα. Μια ακόμη μονάδα περιεχομένου στον ατελείωτο μύλο της ενημέρωσης.
Κι αυτό ίσως είναι το πιο άγριο από όλα, πως μάθαμε να αντέχουμε τις νεκρές γυναίκες, αρκεί να μας τις σερβίρουν με τον σωστό τηλεοπτικό φωτισμό.
Μητροπολίτες που εισπράττουν & καθηγητές σε αντίσκηνα
Για να κατανοήσουμε όμως πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο της απόλυτης ηθικής και κοινωνικής εξαθλίωσης, πρέπει να κοιτάξουμε τις βαθύτερες δομές και τις προτεραιότητες αυτού του κράτους.
Σε ποιο περιβάλλον μεγαλώνουν αυτοί οι άνθρωποι; Μα φυσικά, στο σύγχρονο, θεοκρατικό Ελλαδιστάν. Μια χώρα των πιο προκλητικών και χτυπητών αντιθέσεων, όπου οι αξίες έχουν αναποδογυρίσει πλήρως και η λογική έχει μεταναστεύσει προ πολλού.
Ζούμε σ’ ένα κράτος που επιλέγει συνειδητά να χρηματοδοτεί και να πριμοδοτεί τον σκοταδισμό, την οπισθοδρόμηση και την εκκλησιαστική πελατεία, απαξιώνοντας πλήρως τους πυλώνες που θα μπορούσαν να διαμορφώσουν μια υγιή, προοδευτική κοινωνία.
Από τη μία πλευρά, βλέπουμε Μητροπολίτες να απολαμβάνουν κρατικούς μισθούς της τάξεως των 4.500 € τον μήνα, συνοδευόμενους από λιμουζίνες, ακίνητη περιουσία και μια προκλητική θεσμική ασυλία, εκφέροντας συχνά λόγο μισαλλόδοξο, ομοφοβικό και βαθύτατα πατριαρχικό.
Από την άλλη πλευρά, βλέπουμε τους ανθρώπους που έχουν αναλάβει το πιο κρίσιμο έργο για το μέλλον αυτού του τόπου, τη μόρφωση και την παιδεία, να οδηγούνται στην απόλυτη εξαθλίωση.
Νεοδιόριστοι καθηγητές και δάσκαλοι, που στέλνονται να υπηρετήσουν στα νησιά του Αιγαίου ή σε τουριστικές περιοχές, αναγκάζονται να κοιμούνται σε αντίσκηνα, σε κάμπινγκ, σε αυτοκίνητα ή να μοιράζονται δωμάτια-τρύπες, επειδή ο εξευτελιστικός μισθός των 750 ευρώ δεν φτάνει ούτε για το ενοίκιο.
Όταν ένα κράτος δείχνει τέτοια προκλητική περιφρόνηση προς την παιδεία, όταν αφήνει τους λειτουργούς της γνώσης να λιμοκτονούν και να διασύρονται, πώς περιμένουμε να χτιστεί μια κοινωνία ισότητας και σεβασμού; Η παιδεία είναι το μόνο αντίδοτο απέναντι στην έμφυλη βία, τον σεξισμό και την κουλτούρα του βιασμού.
Όταν όμως η παιδεία σαπίζει επειδή το κράτος προτιμά να ταΐζει τα εκκλησιαστικά φέουδα για να εξασφαλίζει ψήφους, τότε το σκοτάδι κερδίζει έδαφος.
Σε μια χώρα όπου ο δάσκαλος είναι επαίτης και ο δεσπότης ηγεμόνας, η γυναικοκτονία δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός, αλλά το νομοτελειακό προϊόν ενός συστηματικού πνευματικού ακρωτηριασμού.
Ας απολαύσουμε το καλοκαιράκι…
Κι εμείς; Εμείς θα συνεχίσουμε να κάνουμε πως σοκαριζόμαστε. Θα λέμε «δεν πάει άλλο» κάθε φορά που έχει ήδη πάει.
Θα ανάβουμε ένα κερί, θα γράφουμε μια ανάρτηση, θα θυμώνουμε για ένα απόγευμα και μετά θα επιστρέφουμε στην κανονικότητα.
Μόνο που η κανονικότητα είναι ακριβώς το πρόβλημα. Γιατί σε μια χώρα όπου η γυναίκα πρέπει να αποδείξει ότι δεν προκάλεσε τον θάνατό της, όπου η βία βαφτίζεται πάθος, όπου η ζωή γίνεται μονόλεπτο στα δελτία και όπου το καλοκαίρι έρχεται πάντα με χαμόγελο τουριστικής καμπάνιας πάνω από έναν βάλτο, δεν χρειαζόμαστε άλλα σύννεφα για να πέσουμε.
Χρειαζόμαστε επιτέλους να κοιτάξουμε κάτω.
Εκεί είναι οι νεκρές.
Αλλά ευτυχώς δεν φοράνε μπούρκα…











